Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΣΗΜΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΟΥΡΑΝΩ




       Πρὸ τῆς στρατιωτικῆς συγκρούσεώς του μὲ τὸν Μαξέντιον, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἤθελε νὰ προσευχηθῇ, ἤθελε νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ Εὐσέβιος, δὲν ἤξερεν εἰς ποῖον Θεὸν νὰ ἀπευθυνθῇ [Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.27].
Τότε ἔφερε νοερῶς εἰς τὴν σκέψιν του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζί τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορίαν. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἐπίστευαν εἰς πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους, ὁ Σεβῆρος, ὁ Μαξιμιανός, ὁ Γαλέριος, εἶχαν τραγικὸν τέλος. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, ὑψώνοντας τὸ δεξιόν του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῇ ["Φῆναι αὐτῷ ἑαυτὸν ὅστις εἴη", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.27].
Ἐνῷ προσευχόταν, διαγράφεται εἰς τὸν οὐράνιον θόλον μία πρωτόγνωρος θεοσημία.
(Τὸ ὄραμα ἀπεικονίζεται εἰς μίαν μικρογραφίαν τοῦ 9ου αἰῶνος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην τοῦ Παρισίου καὶ εἰς τοιχογραφίαν τοῦ Pierro della Francesca εἰς τὸν Ναὸν τοῦ "Ἁγίου" Φραγκίσκου τοῦ Arezzo τοῦ 15ου αἰῶνος).
       Ὁ  Εὐσέβιος μάλιστα θέλοντας νὰ προλάβῃ κάθε ἀμφισβήτησιν τῆς ἀξιοπιστίας του, διαβεβαιώνει πὼς τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τοῦ τὸ ἐξομολογήθη μεθ᾿ ὅρκου ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντῖνος, ὅταν πολλὰ χρόνια ἀργότερον εἶχαν γνωρισθῇ οἱ δύο καὶ πὼς ἂν τὸ ἄκουγεν ἀπὸ τρίτους, δὲν θὰ τὸ ἐπίστευεν οὔτε ὁ ἴδιος [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.944 - Ι.28].

       Ἰδοὺ πῶς περιγράφει τὸ γεγονός:
"Κατὰ τὸ ἀπομεσήμερον λοιπὸν καὶ ἐνῷ ὁ ἥλιος ἤρχισε νὰ γέρνῃ πρὸς τὴν δύσιν, ὁ Κωνσταντῖνος βλέπει ἰδίοις ὄμμασι ἄνωθεν τοῦ ἡλίου τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ νὰ λάμπῃ καὶ δίπλα του τὰς λέξεις "τούτῳ νίκα" (Λατινιστὶ "in hoc Signo Vinces). Ἔμπροσθεν τοιούτου θεάματος ἔμεινεν ἔκθαμβος τόσον ὁ ἴδιος ὅσον καὶ ὁλόκληρον τὸ στράτευμα. Καὶ καθὼς ἐπροσπαθοῦσε νὰ ἀντιληφθῇ τί εἶχε συμβῆ, ἐπέρασεν ἡ ὥρα καὶ ἐνύκτωσεν. Τότε λοιπὸν ἐμφανίζεται εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Κύριος μὲ τὸ σύμβολον τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προτρέπει νὰ φτιάξῃ ἕνα λάβαρον μὲ τὴν ἀπομίμησίν του καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιῇ ὡς φυλακτήριον εἰς τοὺς πολέμους".
       [" Ἀμφὶ μεσημβρινὰς ἡλίου ὥρας, ἤδη τῆς ἡμέρας ἀποκλινούσης, αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν ἔφη ἐν τῷ οὐρανῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἡλίου σταυροῦ τρόπαιον ἐκ φωτὸς συνιστάμενον, γραφήν τε ἐπ᾿ αὐτῷ συνηφθῆναι λέγουσαν, τούτῳ νίκα. Θάμβος δ᾿ ἐπὶ τῷ θεάματι κρατῆσαι αὐτόν τε καὶ τὸ στρατιωτικὸν ἅπαν...", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.29].



       Εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἱστοριογράφους καὶ χρονικογράφους δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ συμβάντος. Οὕτω λοιπόν, ὁ Σωκράτης περιγράφει:
       "Κατὰ μεσημβρίαν καὶ ἐνῷ ἡ ἡμέρα ἤρχισε νὰ φεύγῃ, εἶδεν εἰς τὸν οὐρανὸν μίαν φωτεινὴν στήλην καὶ δίπλα της τὴν ἐπιγραφὴν τούτῳ νίκα. Ἦτο τόσον μεγάλη ἡ ἔκπληξις τοῦ βασιλέως, ὥστε δὲν ἐπίστευεν εἰς αὐτὸ ποὺ ἔβλεπεν καὶ ἐρωτοῦσε τοὺς παρευρισκομένους ἂν ἔβλεπαν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιον" [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 67.36 - I.2].
       Ὁ Σωζομενὸς μὲ τὴν σειρὰν του παραθέτει πὼς " Ὁ ἴδιος ὁ Εὐσέβιος εἶπεν ὅτι ἤκουσε τὸν βασιλέα νὰ ὁρκίζεται πὼς κατὰ τὸ ἀπομεσήμερον καὶ ἐνῷ ὁ ἥλιος ἤρχισε νὰ γέρνῃ, βλέπει εἰς τὸν οὐρανόν, αὐτὸς καὶ οἱ στρατιῶται αὐτοῦ, τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν ἐπιγραφὴν τούτῳ νίκα" [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 67.865 - I.3].
Ὁ Γελάσιος πάλιν, γράφει πὼς " Ὁ  Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὁπλίζει τὸν Κωνσταντῖνον δείχνοντάς του τὸ φωτεινὸν σχῆμα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὰς λέξεις τούτῳ νίκα. Καὶ αὐτὸ διὰ τοὺς ἀπίστους εἶνε μῦθος καὶ φαντασία, διὰ τὴν ἰδικήν μας πίστιν ὅμως ἀποτελεῖ χάριν". [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 85.1204 - Ι.4].
       Τὸ θαυμαστὸν γεγονὸς τῆς θεοσημίας μεταφέρεται σχεδὸν ὁμοφώνως καὶ εἰς τὴν χρονογραφικὴν φιλολογίαν τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς. Οὕτω λοιπόν, ὁ Θεοφάνης γράφει πὼς "Καὶ ἐνῷ ὁ Κωνσταντῖνος εὑρισκόταν εἰς κατάστασιν μεγάλης ἀγωνίας, ἐμφανίζεται εἰς αὐτὸν τὴν ἕκτην ὥραν τῆς ἡμέρας τὸ φωτεινὸν σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ δίπλα του ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα [Χρονογραφία, P.G. 108.81].
       Ὁ  Ἰωάννης Ζωναρᾶς περιγράφει πὼς "Καθὼς ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε τὴν προσωπικήν του ἀγωνίαν, ἐφάνη εἰς τὸν οὐρανὸν εἰς τὸ μέσον τῆς ἡμέρας ὁ σταυρικὸς τύπος καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα" [Ἐπιτομή, P.G. 134.1100 - XIII.1].
       Ὁ  Γεώργιος Κεδρηνὸς παραθέτει πὼς "Κατὰ τὴν ἕκτην ὥραν ἐμφανίζεται ὁ Τίμιος Σταυρὸς κατασκευασμένος ἀπὸ φῶς ἔχοντας ἐπιγραφὴν ἀπὸ ἀστέρια ἐν τούτῳ νίκα."
[Σύνοψις, P.G. 121.517].
       Ὁ  Ἐφραίμιος πάλιν γράφει πὼς " Ἐφάνη ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ εἰς τὸ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ γράμματα ἀπὸ ἄστρα ποὺ ἔλεγαν ἐν τούτῳ νίκα." [Χρονικόν, P.G. 143.26].
       Κατὰ τὸν Μιχαὴλ Γλυκᾶ, ὁ Κωνσταντῖνος "εἶδεν εἰς τὸν οὐρανὸν τὸν Τίμιον Σταυρὸν." [Χρονογραφία P.G. 158 - IV]
       Πολὺ ἀργότερον ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος θὰ γράψῃ πὼς "Κατὰ τὴν μεσημβρίαν καὶ ἐνῷ ἄρχισε νὰ γέρνῃ ὁ ἥλιος πρὸς τὴν δύσιν, γίνεται ἕνα θαῦμα. Ἐμφανίζεται μία πυρίνη στήλη εἰς σχῆμα σταυροῦ καὶ ῥωμαϊκὰ γράμματα ποὺ ἐγράφησαν μὲ ἀστέρια, ἐν τούτῳ νίκα."
[Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146 XXVIII.28].
       Τέλος, ὁ Ἰωάννης Μαλάλας φαίνεται νὰ μὴ ἔχῃ ἀκριβῆ πληροφόρησιν, ἀφοῦ γράφει πὼς "καθὼς ὁ ὕπνος κατέλαβε τὸν Κωνσταντῖνον καὶ ἐνῷ κοιμόταν, εἶδε σταυρὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα." [Λόγος χρόνων Μ. Κωνσταντίνου, P.G. 97 - ΧΙΙΙ]. 

       Εἰς τὴν περιγραφὴν ποὺ κάνει ὁ Εὐσέβιος ὑπάρχει μία φαινομενικὴ ἀντίφασις, σχετικῶς μὲ τὸν ἀκριβῆ χρόνον τῆς θεοσημίας. Καὶ αὐτὸ διότι, ἐνῷ ἀρχικῶς χρησιμοποιεῖ τὰς κρισίμους λέξεις "ἀμφὶ μεσημβρινὰς ἡλίου ὥρας" εἰς τὴν συνέχειαν προσδιορίζει τὸν χρόνον μὲ τὴν φράσιν "ἤδη τῆς ἡμέρας ἀποκλινούσης". Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸν ὅμως αὐτῶν τῶν δύο χρονικῶν προσδιορισμῶν καὶ μὲ τὴν ἐπισήμανσιν πὼς τὸ γεγονὸς ἐσυνέβη εἰς τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, θὰ πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν ἀσφαλὲς πὼς ἡ ὥρα ποὺ ἐξεδηλώθη ἡ θεοσημία ἦτο περίπου ἡ 5η ἀπογευματινή.     

       Εἶδε πράγματι τὸ ὅραμα ὁ Μ. Κωνσταντῖνος; Ὄχι, ἀπαντοῦν μερικοί. Ἡ ἀμφισβήτησις ποὺ ὑπάρχει καὶ ποὺ ἂς σημειωθῇ καλλιεργήθη ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὰς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, τροφοδοτήθη ἀπὸ μίαν φαινομενικὴν δυσαρμονίαν ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰς ἱστορικὰς πηγάς. Συγκεκριμένως, οὔτε ὁ Λακτάντιος οὔτε ὁ Εὐσέβιος, ὅταν κατέγραψαν τὴν σύγκρουσιν τοῦ Μαξεντίου καὶ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ ὅραμα τοῦ δευτέρου. Οὕτω, ὁ μὲν Λακτάντιος εἰς τὸ ἔργον του "περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν" ἁπλῶς ἀναφέρει ὅτι πρὸ τῆς μάχης ὁ Μ. Κωνσταντῖνος "εἶδεν ἕνα ὄνειρον ποὺ τὸν προέτρεπε νὰ διατάξῃ τὴν χάραξιν τοῦ οὐρανίου σημείου εἰς τὰς ἁσπίδας τῶν στρατιωτῶν του", ἐνῷ ὁ Εὐσέβιος εἰς τὴν "Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν" του (9ον βιβλίον κυρίως), ποὺ ἐγράφη εἰς τὰ τέλη τοῦ 312 μ.Χ., γράφει ἁπλῶς ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐπεκαλέσθη ὡς σύμμαχον τὸν οὐράνιον Θεόν. Διὰ πρώτην φορὰν ὁ Εὐσέβιος ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅραμα, εἰς τὸ ἔργον του "Εἰς τὸν βίον βασιλέως Κωνσταντίνου" (Λόγος Α΄), τὸ ὁποῖον ἔχει γραφῆ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ εἰς χρονικὴν ἀπόστασιν 25 ἐτῶν τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔργον.
       Μία ἀντικειμενικὴ ἔρευνα τῶν πηγῶν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ εὔλογον συμπέρασμα ὅτι οὔτε ὁ Λακτάντιος οὔτε ὁ Εὐσέβιος, ὅταν κατέγραφαν τὰ γεγονότα, ἐγνώριζαν ὁτιδήποτε περὶ τοῦ ὁράματος. Ἀπ᾿ ὅτι φαίνεται, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δὲν ἠθέλησε νὰ δημοσιοποιήσῃ τὴν πρωτόγνωρον ἐμπειρίαν του. Αὐτὸ ἀποφασίζει νὰ τὸ κάνῃ μετὰ ἀπὸ πολλὰ ἔτη, ὅταν πλέον συνδέεται φιλικῶς μὲ τὸν Εὐσέβιον. Τοῦ ἀνοίγει τὴν καρδίαν του καὶ μὲ διαβεβαίωσιν ὅρκου τοῦ ἐξιστορεῖ τὰς στιγμὰς τῆς θεοσημίας. Ἄλλωστε αὐτὸ βεβαιώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Εὐσέβιος, ὁ ὁποῖος μάλιστα συμπληρώνει πὼς ἡ ἀλλαγὴ εἰς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἦτο καὶ ἡ πιστοποίησις τῆς εἰλικρινείας του.

       Ἐν σχέσει μὲ αὐτὸ τὸ θέμα ὅμως ὁ J. J. Norwich [Σύντομος Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, Ἀθήνα 1999, σ. 55] εἰσάγει ἕνα εὔλογον προβληματισμὸν εἰς τὴν βιβλιογραφίαν. Πῶς εἶνε δυνατὸν ὁλόκληρος στρατὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νὰ παρηκολούθησε τὴν θεοσημίαν καὶ τελικῶς τὸ γεγονὸς νὰ μὴ τὸ ἐπληροφορήθη οὔτε ὁ Εὐσέβιος οὔτε καὶ ὁ Λακτάντιος; Τὸ βέβαιον εἶνε πὼς μάρτυρες τῆς θεοσημίας ἦσαν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνον καὶ οἱ λιγοστοὶ ἀξιωματοῦχοι ποὺ ἐκείνην τὴν ὥραν εὑρίσκονται εἰς τὴν σκηνήν του. Ἡ ἀναφορὰ εἰς ὁλόκληρον τὸ στράτευμα συνιστᾶ προφανῆ συγγραφικὴν ὑπερβολὴν τοῦ Εὐσεβίου. Ἄλλωστε ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς μᾶς βεβαιώνει ὅτι, ὅταν τὸ ξημέρωμα ἐσηκώθη ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ἀπεκάλυψεν εἰς τοὺς φίλους του τὸ μυστικὸν τοῦ ὀνείρου ποὺ εἶχεν ἰδῆ τὴν νύκτα ["Τοῖς φίλοις ἐξηγόρευσεν τὸ ἀπόῤῥητον", Α΄ Λόγος, P.G. 20.944 - Ι.29].

       Ἂν ἐπιχειρούσαμε νὰ ταξινομήσωμε τὰς διαφόρους ἐπικρίσεις ποὺ ἔχουν διατυπωθεῖ ἐν σχέσει μὲ τὸ ὅραμα ποὺ εἶδεν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, θὰ διεκρίναμεν μεταξὺ αὐτῶν πού:
1ον. Θέλουν τὸ ὅραμα ὡς ἔντεχνον καὶ σκόπιμον ἐφεύρημά του,
2ον. Θέλουν τὸ ὅραμα ὡς εὑρηματικὴν ἐπινόησιν τοῦ Εὐσεβίου [Henri Gregoire, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931],
3ον. Τὸ ὑποβιβάζουν εἰς φυσικὸν φαινόμενον [Arnold Jones,  La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 97] καὶ
4ον. Τὸ ἀποδίδουν εἰς διάθεσιν αὐτοπροβολῆς τοῦ αὐτοκράτορος [J. J. Norwich, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 55].
       Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν πρώτην ἄποψιν, θὰ παρατηρούσαμεν ὅτι, ἂν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος "κατεσκεύαζε" τὸ ὅραμα διὰ λόγους πολιτικῆς σκοπιμότητος, τότε θὰ ἐφρόντιζε νὰ δημοσιοποιήσῃ ἀμέσως τὴν ὑποτιθεμένην ἐμπειρίαν του. Ἐδῶ ὅμως ἐσυνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐξεμυστηρεύθη ἀμέσως, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἐκράτησεν στάσιν παρατεταμένης σιωπῆς καὶ τὸ ἀπεκάλυψεν εἰς τὸν Εὐσέβιον εἰκοσιπέντε ἔτη ἀργότερον. Ὁ δὲ Εὐσέβιος ἐφύλαξε τὸ μυστικὸν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ τὸ ἐδημοσιοποίησε μόνον ἀφοῦ εἶχε πλέον ἀποβιώση. Ἂν πρόθεσις τοῦ Εὐσεβίου ἦτο νὰ μεγεθύνῃ τὴν μεταθανάτιον αἴγλην τοῦ αὐτοκράτορος μὲ τὴν ἀναφορὰν εἰς ἕνα θαῦμα, τότε διατί δὲν ἀνεφέρθη καὶ εἰς ἄλλα;
Βεβαίως, ἔχομε πάντοτε ὑπ᾿ ὄψιν μας τὴν ἄποψιν τοῦ καθηγητοῦ Βλασίου Φειδᾶ [La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 325], ὅτι ἡ ἐμμονὴ τοῦ Εὐσεβίου εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς θεοσημίας, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν σπουδήν του νὰ θεμελιώσῃ εἰς τὴν θεοσημίαν τὴν πολιτικήν του θεολογίαν. Καὶ αὐτό, διότι οὕτω ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δέχεται θείαν κλῆσιν, γίνεται ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ, "σκεῦος ἐκλογῆς", πρὶν ἀκόμη βαπτισθῇ καὶ λειτουργεῖ ὡς ἐπίγειος εἰκὼν τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ὅμως ἀρκετὴ ἡ λογικὴ αὐτὴ ὑπόθεσις, ὥστε νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ ὁράματος ὡς πραγματικοῦ γεγονότος; Καὶ ἂν ὁ Εὐσέβιος εἶχε λόγους νὰ βάλῃ εἰς τὸ ἔργον του ἕνα παραμυθένιον ὅραμα, ὁ Λακτάντιος δὲν εἶχεν ἀπολύτως κανένα λόγον νὰ δημιουργήσῃ ἕνα παραμυθένιον ὄνειρον. Καὶ ἂν προσχωρούσαμεν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ Γ. Κορδάτου καὶ ἀποῤῥίπταμεν εἰς φανταστικὰς τόσον τὰς ἱστορήσεις ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Εὐσέβιος ὅσον καὶ αὐτὰς ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Λακτάντιος, ποῖον ἆρά γε εἶνε τὸ συγκλονιστικὸν γεγονὸς ποὺ ἐσυνέβη εἰς τὴν προσωπικὴν ζωὴν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ ποὺ ἐπηρέασε τόσον ἐντόνως τὴν θρησκευτικήν του συνείδησιν; Διότι ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀγνοήσωμεν εἶνε ὅτι ἐκείνην τὴν ἡμέραν κάτι συνταρακτικὸν διεδραματίσθη εἰς τὴν συνείδησίν του.
       Ἐξ ἴσου ἀβάσιμος ὅμως εἶνε καὶ ἡ ἄποψις ποὺ ἀποδίδει τὴν θεοσημίαν εἰς φυσικὰ αἴτια. Εἰδικότερον ὑπάρχει ἡ ἐκτίμησις ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶδεν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δὲν ἦτο τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὸ φαινόμενον "ἅλως". Ἕνα φαινόμενον τοπικὸν καὶ παροδικόν, ἀνάλογον μὲ τὸ οὐράνιον τόξον. Ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ δημιουργεῖται ὅταν αἱ ἡλιακαὶ ἀκτῖνες πέφτουν ὄχι ἐπάνω εἰς σταγόνας βροχῆς, ἀλλὰ ἐπάνω εἰς παγοκρυστάλλους. Συμφώνως μὲ τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς θεωρίας αὐτῆς, συνήθως σχηματίζεται ἡ μορφὴ φωτεινοῦ δακτυλίου, ποὺ εἰς τὸ ἐσωτερικόν του ἔχει ἕνα φωτεινὸν σταυρόν. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ὅμως ἔχει ἕνα σοβαρότατον μειονέκτημα. Δὲν δίδει καμμίαν ἀπολύτως ἐξήγησιν διὰ τὴν ἐπιγραφὴν "τούτῳ νίκα".
       Ἀνάλογα προβλήματα ἑρμηνευτικῆς προσεγγίσεως παρουσιάζει καὶ ἡ ἄποψις ποὺ θέλει τὸν Μ. Κωνσταντῖνον νὰ τελῇ εἰς κατάστασιν αὐθυποβολῆς καὶ νὰ βλέπῃ ἕνα θαῦμα, "ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐποχήν του ἡ ὕπαρξις τῶν θαυμάτων καὶ τῶν οὐρανίων μηνυμάτων ἦτο κάτι γενικῶς ἀποδεκτόν. Ἀφοῦ ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ ἕνα ὅραμα καὶ ἀφοῦ ὑπὸ τὰς περιστάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ιδεῖ ἕνα ὅραμα, τότε εἶδε ἕνα ὅραμα" [J. J. Norwich, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 56]. Πρὸ τῆς περιγραφῆς τῆς θεοσημίας, ὁ Εὐσέβιος σκιαγραφῶντας τὴν δραματικὴν κατάστασιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἔγραφεν ὅτι ἤθελε νὰ προσευχηθῇ, ἤθελε νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, ἤθελε κάπου νὰ ἀκουμπήσῃ τὰς ἐλπίδας του, ἀλλὰ δὲν ἤξερεν εἰς ποῖον Θεὸν νὰ ἀπευθυνθῇ. Ἦτο πράγματι τραγικόν. Μία ἀδέσποτος ψυχή, μία ἀδιαμόρφωτος θρησκευτικὴ συνείδησις, μία καρδία ποὺ κάποτε εἶχεν ἀκούση διὰ τοὺς θεοὺς τῆς Ῥώμης, διὰ τὸν θεὸν-ἥλιον, διὰ τὸν Θεὸν-Χριστόν, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκην νὰ γονατίσῃ, νὰ προσευχηθῇ, νὰ ἐκλιπαρήσῃ, νὰ δακρύσῃ καὶ δὲν εὕρισκεν ἀποδέκτην. Ποίου Θεοῦ τὴν πόρταν νὰ κτυπήσῃ; "Τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας ἦτο ἁπλωμένον εἰς τὴν ψυχήν του. Ἐπάλευε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ξεπεράσῃ τὸ ὅριον τοῦ σκότους. Ἐπίστευεν εἰς ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀντιληφθῇ" [Λόγος Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου]. Μία τοιαύτη ἀβέβαιος συνείδησις δὲν αὐθυποβάλλεται ποτέ. Μία τοιαύτη ἀβέβαιος συνείδησις δὲν αὐθυποβάλλεται ποτέ. Ἄγεται καὶ φέρεται, πλανᾶται καὶ παλινδρομεῖ, προσπαθεῖ νὰ ὀρθοποδήσῃ, διαμορφώνει εὐολίσθους πνευματικὰς ῥοπάς, ὅμως δὲν αὐθυποβάλλεται. Διατί; Διότι ἁπλούστατα δὲν ἔχουν ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη οἱ μηχανισμοὶ ἐσωτερικῆς πειθοῦς ποὺ διεγείρουν τὸ "ἐγὼ" καὶ τὸ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μὴ ὑπαρκτοῦ. Δὲ ἔχει ἄποψιν δι᾿ αὐτὸ ποὺ εἶδεν, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ζητεῖ νὰ μάθῃ τί εἶνε αὐτὸ ποὺ εἶδεν. Οὕτω λοιπόν, καλεὶ κοντά του Κληρικοὺς καὶ τοὺς ἐρωτᾶ ποῖο εἶνε τὸ νόημα τοῦ ὁράματος καὶ βεβαίως θέλει νὰ μάθῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα διὰ τὸν Χριστὸν [" Ἠρώτα, τίς τε ὁ τῆς ὀφθείσης ὄψεως λόγος", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.948 - Ι.32]. Ἔκτοτε, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Εὐσεβίου, ἐκράτησε κοντά του μονίμους πνευματικοὺς συμβούλους καὶ ἄρχισε νὰ μελετᾷ τὰ ἱερὰ κείμενα.       

       Ὅμως ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἀρκεῖται μόνον εἰς αὐτά. Ἔχοντας ἐπηρεασθεῖ βαθύτατα ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καλεῖ χρυσοχόους καὶ τοὺς παραγγέλλει νὰ κατασκευάσουν σταυροειδῆ σημαίαν ἀπὸ χρυσὸν καὶ πολυτίμους λίθους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ὑπῆρχε στεφάνι ἀπὸ πολυτίμους λίθους καὶ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἀπεικόνισις τοῦ χριστιανικοῦ μονογράμματος [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.945 - I.31]. Αὐτὴ ἡ σημαία, ἡ ὀνομασθεῖσα "Λάβαρον", ἐχρησιμοποιήθη ὡς ἀμυντήριον ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ἐνῷ ἀργότερον τὸ χριστιανικὸν μονόγραμμα τοποθετήθη καὶ εἰς τὰς περικεφαλαίας τῶν στρατιωτῶν.   

       Ἡ μάχη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐναντίον τοῦ Μαξεντίου ἐδόθη τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου τοῦ 312 μ.Χ..
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἰσέρχεται εἰς τὴν Ῥώμην θριαμβευτικῶς. Δὲν ἀποκλείεται μάλιστα νὰ ἦτο ἡ πρώτη του ἐπίσκεψις εἰς τὴν πόλιν αὐτήν. Οἱ Ῥωμαῖοι τῶν ἐπευφημοῦν ὡς ἀπελευθερωτήν. Ἴσως ὅμως μερικοὶ νὰ ἀπογοητεύωνται ὅταν τὸν βλέπουν νὰ ἀρνῆται τὴν προσφορὰν θυσίας εἰς τοὺς θεοὺς τῆς Ῥώμης. Ἀποτελοῦσε μακροχρόνιον παράδοσιν εἰς τὴν Ῥώμην, ὁ νικητὴς αὐτοκράτωρ νὰ εὐχαριστῇ μὲ θυσίαν τοὺς θεούς. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὅμως, ἡ παράδοσις αὐτὴ καταλύεται ὁριστικῶς [Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, Ἀθῆναι 1932, σ. 309].           

       Μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σημαίας μὲ τὸ χριστιανικὸν ἔμβλημα, ἡ ἄρνησις θυσίας εἰς τοὺς θεοὺς ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν σαφῆ δημοσίαν ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ἡ ἀποστροφή του πρὸς τὴν εἰδωλολατρείαν εἶνε φανερά. Αὐτὸ προβληματίζει σοβαρῶς τοὺς συγκλητικούς. Ἀποτελοῦσεν ἐπίσης ῥωμαϊκὴν παράδοσιν ἡ κατασκευὴ ἁψίδος θριάμβου κάτωθεν τῆς ὁποίας εἰσερχόταν ὁ νικητὴς αὐτοκράτωρ. Εἰς τὴν ἁψίδα ὑπῆρχε πάντοτε εὐχαριστήριος ἐπιγραφὴ πρὸς τοὺς θεούς, ἡ εὔνοια τῶν ὁποίων ἦτο μὲ τὸ μέρος τοῦ νικητοῦ. Πῶς ὅμως οἱ συγκλητικοὶ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ κάνουν εἰς τὸ κείμενον ἀναφορὰν εἰς θεοὺς πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἤδη ἔδειξε τὴν ἀπαρέσκειάν του; Ἐν τέλει, τὸ κείμενον ποὺ συνετάχθη καὶ ἀσφαλῶς ἐτέθη ὑπ᾿ ὄψιν του, ἀντικαθιστοῦσε τὸν πληθυντικὸν ὅρον "θεοὶ" μὲ τὸν ἐνικὸν "θεότης" (ἐχρησιμοποιήθη ὁ λατινικὸς ὅρος "Divinitas"). Τὸ κείμενον αὐτὸ ἐγράφη εἰς τὴν ἁψίδα ποὺ κατεσκευάσθη τὸ 315 μ.Χ. καὶ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερον, δίπλα εἰς τὸ Κολοσσαῖον.
       Ὅμως, παρὰ τὰς λεπτὰς ἰσοῤῥοπίας ποὺ ὄφειλε νὰ κρατῇ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπέναντι τῶν εἰδωλολατρῶν, αὐτὸς δὲν ἐδίστασε νὰ φανῇ ἀκόμη πιὸ ἀποκαλυπτικός. Εἰς κεντρικὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἔστησεν ἀνδριάντα ποὺ ἐκρατοῦσεν ἕνα δόρυ εἰς σχῆμα σταυροῦ, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν "Τούτῳ τῷ σωτηριώδει σημείῳ, τῷ ἀληθεῖ ἐλέγχῳ τῆς ἀνδρείας, τὴν πόλιν ὑμῶν ζυγοῦ τυραννικοῦ διασωθεῖσαν ἠλευθέρωσα" [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.953 - Ι.40, Κάλλιστος, P.G. 145.1276 - VII.30]. Ἐπίσης, μὲ βασιλικὸν θέσπισμα ἀπέδωσε τὰς περιουσίας εἰς ὅσους τὰς ἐστερήθησαν ἀπὸ τὸν Μαξέντιον, ἀνεκάλεσε τοὺς ἐξορίστους, ἠλευθέρωσε τοὺς φυλακισμένους χριστιανούς, ἀπένειμε τιμὰς εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρας ποὺ εἶχαν διωχθῆ, ἐνῷ δὲν ἐδίσταζε νὰ βοηθᾷ τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ καλῇ εἰς τὸ τραπέζι του "ταπεινοὺς ἀνθρώπους", διότι ἐπίστευεν ὅτι εἰς τὸ πρόσωπόν τους δὲν ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν Θεόν ["Εὐτελεῖς τῇ τοῦ σχήματος περιβολῇ", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.956 - Ι.41 - Ι.43].

       Ὅσον καὶ ἂν θέλουν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νὰ ὑποβαθμίσουν τὸ γεγονὸς τῆς θεοσημίας, εἶνε βέβαιον ὅτι αὐτὸ ἀπετέλεσε σταθμὸν εἰς τὴν ζωήν του. Δὲν ἐξηγεῖται ἀλλοιῶς ἡ ἀπροκάλυπτος καὶ διαρκὴς ἐκδήλωσίς του ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ, μία ἐκδήλωσις ποὺ τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον τῆς ζωῆς του δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποκρύπτῃ καμμίαν ἀπολύτως πολιτικὴν σκοπιμότητα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία πὼς ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, εἰς αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν περίοδον τοῦ δημοσίου βίου του, ηὗρεν αὐτὸ ποὺ ἐζητοῦσεν. Ἐγνώριζε πλέον εἰς ποῖον Θεὸν ἠμποροῦσε νὰ προσευχηθῇ [Αἰκατερίνα Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινὴ Ἱστορία, σ. 136, Ἀθήνα 1992]. Ἀκόμη καὶ ὁ Arnold Jones, ποὺ ἐξηγεῖ τὸ ὅραμα μὲ μετεωρολογικοὺς κανόνας, γράφει ὅτι "Τὸ τυχαῖον αὐτὸ περιστατικὸν ὁδήγησε τελικῶς τὸν Κωνσταντῖνον εἰς τὴν εἰλικρινὴ ἀποδοχὴν τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἐκχριστιανισμὸν τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὴν δημιουργίαν τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης.     

Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος
Δημητρίου Ἀποστολίδου
Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου
Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012
σελίδες 56-65


Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

ΠΡΟ ΣΥΝΟΔΙΚΗΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΕΙΝΕ ΕΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ



       Εἶνε δὲ πολλῆς προσοχῆς ἄξιον καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁσάκις Ἐπίσκοποι ἢ Πατριάρχαι, κηρύσσοντες αἱρετικὰ φρονήματα, ἐκλήθησαν ὑπὸ τῶν ἁγίων Συνόδων ἵνα δικασθοῦν, ἐκλήθησαν μετὰ πάσης ἐκκλησιαστικῆς τάξεως, ὡς ἐν ἐνεργείᾳ Ἐπίσκοποι ἢ Πατριάρχαι! Καθαιρούμενοι δέ, καθῃροῦντο ἀπὸ τῆς "Χάριτος τῆς Ἀρχιερωσύνης", ἀπὸ τοῦ "Πατριαρχικοῦ ἢ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος", "ἀπεγυμνοῦντο τῆς Χάριτος τῆς Ἀρχιερωσύνης" κ.τ.τ.. Μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία ἔβλεπεν αὐτοὺς ὡς ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερεῖς! Μόνον μετὰ τὴν ὑπ᾿ αὐτῆς καταδίκην ἔβλεπε πλέον αὐτοὺς ὡς ἐστερημένους τῆς Χάριτος, ὡς γεγυμνωμένους τῆς Ἀρχιερωσύνης.

       " Ὁ Νεστόριος ἦτο ἐντὸς Ἐκκλησίας ὅλον τὸ διάστημα πρὸ τοῦ ἀναθεματισμοῦ του;" ἐρωτᾷ θριαμβολογῶν ὁ κ. Κ..
Ναί, κύριε, ἦτο! Δηλαδὴ ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερεὺς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἂν δὲν ἦτο διὰ σέ, ἦτο διὰ τὸν Ἅγιον Κύριλλον, ἦτο διὰ τὴν Σύνοδον τῆς Ἀλεξανδρινῆς Ἐκκλησίας, ἦτο δι᾿ αὐτὴν τὴν Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδον! Ἀνέγνως ποτὲ τὰς τρεῖς περιφήμους ἐπιστολὰς τοῦ θείου Κυρίλλου πρὸς τὸν Νεστόριον, σταλείσας μετὰ τὴν ὑπ᾿ αὐτοῦ κήρυξιν τῆς αἱρέσεως; Εἶδες πῶς προσφωνεῖ τὸν ἤδη αἱρετικὸν Νεστόριον;

- Ἐπιστολὴ πρώτη:
"Τῷ εὐλαβεστάτῳ καὶ θεοφιλεστάτῳ Ἐπισκόπῳ συλλειτουργῷ Νεστορίῳ Κύριλλος Ἐπίσκοπος ἐν Κυρίῳ χαίρειν".
- Ἐπιστολὴ δευτέρα:
"Τῷ εὐλαβεστάτῳ καὶ θεοφιλεστάτῳ συλλειτουργῷ Νεστορίῳ Κύριλλος ἐν Κυρίῳ χαίρειν".
- Ἐπιστολὴ τρίτη:
"Τῷ εὐλαβεστάτῳ καὶ θεοσεβεστάτῳ συλλειτουργᾷ Νεστορίῳ Κύριλλος καὶ ἡ συνελθοῦσα Σύνοδος ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκ τῆς Αἰγυπτιακῆς διοικήσεως, ἐν Κυρίῳ χαίρειν".
Τί περισσότερον θέλεις;

       Ἡ δὲ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἁγίου Κυρίλλου συνελθοῦσα ἐν Ἐφέσῳ Γ΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐκάλεσε δι᾿ Ἐπιτροπῆς ἐξ Ἐπισκόπων (τιμῶσα οὕτω τὸ Ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα τοῦ Νεστορίου) τὸν αἱρεσιάρχην, ὅπως παρουσιασθῇ ἐνώπιον αὐτῆς καὶ δικασθῇ. Οὗτος ἠρνήθη νὰ προσέλθῃ. Ἡ Σύνοδος, κρίνασα τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ ὡς αἱρετικήν, κατεδίκασεν αὐτὸν ἐρήμην. 
       «... Δακρύσαντες πολλάκις (λέγουσιν οἱ Πατέρες τῆς Συνόδου ἐν τῇ καταδικαστικῇ αὐτῶν ἀποφάσει), ἐπὶ ταύτην τὴν σκυθρωπὴν κατ᾿ αὐτοῦ ἐχωρήσαμεν ἀπόφασιν: Ὁ βλασφημηθεὶς τοίνυν παρ᾿ αὐτοῦ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ὥρισε διὰ τῆς παρούσης Ἁγιωτάτης Συνόδου ἀλλότριον εἶναι τὸν αὐτὸν Νεστόριον τοῦ τε Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος καὶ παντὸς συλλόγου ἱερατικοῦ».
       Ἀκούεις, κ. Κ.;  Ἦτο λοιπὸν ἢ δὲν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ Ἀρχιερεὺς ὁ Νεστόριος μέχρι τῆς καταδίκης αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου;

       Ὁ κ. Κ. δογματίζει, ὅτι ὁ δημοσίᾳ κηρύσσων αἵρεσιν Ἐπίσκοπος καθίσταται, διὰ μόνης τῆς πράξεως αὐτοῦ ταύτης, ἀλλότριος τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ οὐδεμίαν Χάριν παρέχει.
       Ἡ ἀλαθήτως ἀποφηναμένη Γ΄ Οἰκουμενικῆ Σύνοδος ὅμως διασαλπίζει ὅτι οὐχὶ δι᾿ ἄλλου τινός, ἀλλὰ διὰ τῆς Συνοδικῆς καταδίκης, καὶ μόνον δι᾿ αὐτῆς, ὁ Νεστόριος ἀπέβη "ἀλλότριος τοῦ Ἐπισκοπικοῦ ἀξιώματος"!  Ὁμοίως καὶ ὁ ἀλάθητος Ὅρος τῆς Ζ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου βεβαιοῖ καὶ διαγγέλλει, ὅτι οὐκ ἄλλη τις πρᾶξις, ἀλλ᾿ ἀπόφασις τῆς ἐν Ἐφέσῳ Γ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἔῤῥιψε τὸν Νεστόριον ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας: "... Καθὰ καὶ ἡ ἐν Ἐφέσῳ τὸ πρότερον ἐδογμάτισε Σύνοδος, καὶ τὸν ἀσεβῆ Νεστόριον καὶ τοὺς ἀμφ᾿ αὐτόν, ὡς προσωπικὴν δυάδα εἰσάγοντας, τῆς Ἐκκλησίας ἐξώθησε".
       Ταῦτα φθέγγονται αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Τί ζητεῖ λοιπὸν ὁ κ. Κ.; Νὰ ἀνακηρύξωμεν αὐτὸν ὑπέρτερον καὶ αὐθεντικώτερον τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων;


Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008, σ. 171-173
("Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ", φύλλον 594-595, 15-7-1970)

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ;

         

        Θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως:

       Ἀλλὰ διὰ τὸν Θεὸν εἶνε Ὀρθόδοξος Πατριάρχης ὁ Ἀθηναγόρας; Δεσμεύεται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνθρώπων; Ἀναμένει ἀπόφασιν Συνόδου διὰ τὸν Ἀθηναγόραν, ἵνα θεωρήσῃ αὐτὸν ἐκπεσόντα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως;

       Ἀγαπητέ μοι π. Νικόδημε, ἀναμφιβόλως ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύεται ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνθρώπων. Πολλάκις οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν ἀθῴους καὶ ἠθῴωσαν ἐνόχους. (Δὲν ἐννοῶ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ). Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἔχῃ διαγράψει ἐκ τῶν βιβλίων αὐτοῦ πρόσωπα τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι οὐδέποτε κατεδίκασαν καὶ δὲν θὰ ἔχῃ διαγράψει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι κατεδίκασαν. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς, φίλτατε, δὲν εἴμεθα Χερουβεὶμ ἢ Σεραφείμ, ὥστε νὰ ἔχωμε τὴν δυνατότητα νὰ ἀναδιφῶμεν τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ νὰ βλέπωμεν ποῖοι ἄνθρωποι εἶνε ἐγγεγραμμένοι καὶ ποῖοι διαγεγραμμένοι, ἤ, εἰδικώτερον, ποῖοι Κληρικοὶ ἀναγνωρίζονται καὶ ποῖοι ἀποδοκιμάζονται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

       Τίς ἐξ ἡμῶν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ μετ᾿ ἀπολύτου βεβαιότητος καὶ ἀσφαλείας ὅτι οὕτως ἢ οὕτως ἀπεφάσισεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ α΄ ἢ τοῦ β΄ Ἱερέως ἢ Ἐπισκόπου; "Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; Ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;" (Ῥωμαίους ΙΑ΄ 34). Ἀκόμη καὶ προκειμένου περὶ αἱρέσεως τίς ἀγνοεῖ ὅτι καὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν εἶχον πέση εἰς αἱρέσεις ἐξ ἁπλότητος, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἶχον ἀγαθὴν προαίρεσιν, ὡδηγήθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς ἀνάνηψιν; Ποία ἔσται ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ἂν ὑποκαταστήσωμεν ἡμεῖς τὴν κρίσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ νομίζομεν ὅτι γνωρίζομεν τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶνε ἀπείρως προτιμότερον, ὡς ταπεινότερον καὶ ἀσφαλέστερον, τὸ νὰ ἑπώμεθα ταῖς ἀποφάσεσι τῆς Ἐκκλησίας; Ἀδελφέ μου, εἶνε ἐσχάτη πλάνη ἡ γνώμη ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀσφαλεῖς γνῶσται τῆς ψήφου τοῦ Θεοῦ. Οὐαί, χιλιάκις οὐαί, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅταν τὰ ἄτομα, καὶ μάλιστα οἱ λαϊκοί, κηρύττωσιν ἐπαναστάσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ: "Αὐτὸς εἶνε καθῃρημένος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἂν δὲν καθῃρέθη ὑπὸ Συνόδου; Φύγωμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ!... Ἐκεῖνος ἔχει ἀκεραίαν καὶ ἐνεργὸν τὴν Ἱερωσύνην; Ποίαν σημασίαν ἔχει ἂν καθῃρέθη ὑπὸ Συνόδου; Ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύεται ἐξ ἀνθρωπίνων ἀποφάσεων. Προσέλθωμεν λοιπὸν εἰς αὐτόν!".

       Εἰς τὰ πλάσματα ταῦτα, τὰ ἀναμφιβόλως καλοπροαίρετα, ἀλλὰ δεινῶς πλανώμενα ὑπὸ τοῦ ἐπαρθέντος καὶ ἰσοθεΐαν φαντασθέντος Ἑωσφόρου, ἁρμόζουν οἱ λόγοι τοῦ θείου Γρηγορίου, τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβεν ὁ ΞΔ΄ Κανὼν τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: "Τί σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; Τί γίνῃ κεφαλή, ποὺς τυγχάνων; Τί στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς τεταγμένος ἐν στρατιώταις;". Καὶ ὅμως λαϊκοί τινες ἐχειροτόνησαν ἑαυτοὺς οὐχὶ ἁπλῶς Ποιμένας, ἀλλ᾿ Οἰκουμενικὰς Συνόδους!
Ὁ Θεὸς ἂς φανῇ ἴλεως πᾶσιν ἡμῖν!


Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008,
σ. 92-93
Ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ἐπιστολιμαίας διατριβῆς του,
ἐν Ἀθήναις τῇ 19ῃ Ἰουνίου 1969

Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΡΩΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ



       Ὁ  Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν περιορίζει τὸ ἐνδιαφέρον του μόνον διὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ῥώμης. Λίαν συντόμως πληροφορεῖται διὰ τὴν πενιχρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς. Ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 312 μ.Χ. ἕως τὸν Ἰανουάριον τοῦ 313 μ.Χ. στέλνει τρεῖς ἐπιστολάς. Ἡ πρώτη ἔχει ὡς ἀποδέκτην τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Καρθαγένης Καικιλιανὸν καὶ αἱ ἄλλαι δύο τὸν ἀνθύπατον (Proconsul) τῆς Ἀφρικῆς Ἀνυλῖνον.

       Εἰς τὴν ἐπιστολήν του πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον Καρθαγένης Καικιλιανὸν γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
« Ἐπειδὴ ἐθεώρησα καλὸν δι᾿ ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἀφρικῆς, Νουμιδίας καὶ Μαυριτανίας, νὰ χορηγηθῇ κάποιο οἰκονομικὸν βοήθημα εἰς ὁρισμένους λειτουργοὺς τῆς ἁγιωτάτης καθολικῆς θρησκείας, ἔδωσα ἐπιστολὰς εἰς τὸν Οὖρσον, τὸν περίφημον οἰκονομικὸν ἐλεγκτὴν τῆς Ἀφρικῆς (ἐπρόκειτο περὶ τοῦ rationalis τῆς Ἀφρικῆς), καὶ τοῦ ἐδήλωσα νὰ σοῦ παραδώσῃ τρεῖς χιλιάδας φόλλεις (ἀργυροχάλκινον νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ). Ἐσὺ ὅταν λάβῃς τὰ χρήματα, φρόντισε νὰ διανεμηθοῦν εἰς ὅσους περιλαμβάνονται εἰς τὸν κατάλογον ποὺ σοῦ ἔστειλα μὲ τὸν Ὅσιον (τὸν Ἐπίσκοπον Κορδούης τῆς Ἱσπανίας). Ἐὰν διαπιστώσῃς ὅτι κάτι λείπει νὰ ἀπευθυνθῇς εἰς τὸν Ἡρακλείδα, τὸν ἐπίτροπον τῶν κτημάτων μας. Ἄλλως τε τοῦ ἔχω δώσει ἐντολὴν νὰ σοῦ μετρήσῃ ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα χρήματα τοῦ ζητήσῃς... Ἡ Χάρις τοῦ μεγάλου Θεοῦ νὰ σὲ προστατεύῃ» [" Ἡ θειότης τοῦ μεγάλου Θεοῦ σὲ διαφυλάξαι ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσιν", Εὐσέβιος, P.G. 20.892 - X.6].

       Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἰσαγάγει κάτι ἐντελῶς καινούριον εἰς τὰς σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ διὰ πρώτην φορὰν τὸ Κράτος χρηματοδοτεῖ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὸ ἔργον τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας.


       Ἡ πρώτη ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν στέλλει εἰς τὸν Ἀνυλῖνον, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν διατακτικόν της χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ εἰς τὴν κυριολεξίαν ἕνα κείμενον ἀρχῶν δημοσίου βίου. 
Γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
«Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τὴν φιλαγαθότητα, ὥστε νὰ θέλωμεν ὄχι μόνον νὰ μὴ βλάπτωμεν αὐτὰ ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχήν ἄλλου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐπιστρέφωμεν εἰς τοὺς κατόχους τους. Διὰ τοῦτο, ὅταν λάβῃς τὴν ἐπιστολήν αὐτήν, νὰ ἐνεργήσῃς ὥστε ὅσα κτήματα ἀνήκουν εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν χριστιανῶν καὶ τώρα κατέχονται ἀπὸ συμπολίτας ἢ τρίτους, νὰ ἐπιστραφοῦν ἀμέσως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν... Φρόντισε λοιπὸν ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν συντόμως, ὥστε νὰ μάθωμεν ὅτι ἔχεις πειθαρχήσει μὲ κάθε ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐντολήν μας». 
       Ἐντύπωσιν μάλιστα προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπευθύνεται εἰς ἕνα ἱεραρχικῶς κατώτερόν του, τοῦ ἀπευθύνει τὸν λόγον εἰς ὕφος ἰδιαιτέρως οἰκεῖον καὶ εὐγενικόν. Εἰσαγωγικῶς τὸν προσφωνεῖ μὲ τὸ "Χαῖρε  Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε ἡμῖν" καὶ ὡς τελικὸν χαιρετισμὸν χρησιμοποιεῖ τὴν φράσιν " Ὑγίαινε, Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε καὶ ποθεινότατε" [Εὐσέβιος P.G. 20.880 - Χ.5].

       Εἰς ἀνάλογον ὕφος εἶνε καὶ ἡ ἑπομένη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀνθύπατον Ἀνυλῖνον, μὲ τὴν ὁποίαν τοῦ ζητᾶ νὰ καταβάλῃ ἀμοιβὴν εἰς τοὺς Κληρικοὺς καὶ ἐπὶ πλέον νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ κάθε δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε ἀπερίσπαστοι νὰ ἐξαντλοῦν τὴν δραστηριότητά τους εἰς τὰ πνευματικά τους καθήκοντα. Εἰς τὴν ἐπιστολήν του δὲν περιορίζεται εἰς μίαν ἁπλὴν παροχὴν τῆς διαταγῆς [ἡ διαταγὴ ἐξεδόθη εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Νόμου τῆς 31.10.313], ἀλλὰ ἐξηγεῖ καὶ τοὺς λόγους ποὺ τὸν ὁδήγησαν εἰς τὴν συγκεκριμένην ἀπόφασιν: 

« Ἐπειδὴ ἀπὸ πολλὰ σημεῖα γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ περιφρόνησις τῆς θρησκείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιέχεται ὁ ὕψιστος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἁγιωτάτην ἐπουράνιον δύναμιν, ἔχει προκαλέσει μεγάλους κινδύνους εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ ἀποδοχὴ καὶ φύλαξίς της ἔχει λειτουργήσει εὐεργετικῶς, τόσον πρὸς τὸ κράτος ὅσον καὶ πρὸς τὰς ἀνθρωπίνους σχέσεις» [Εὐσέβιος, P.G. 20.893 - X.7].





       Μὲ τὰς ἐπιστολάς του αὐτὰς ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἁπλὴν δημοσιοποίησιν τοῦ θρησκευτικοῦ του φρονήματος, ἀλλὰ προάγει τὸν θεσμικὸν ῥόλον τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πιστεύει ὅτι ἡ καθολικὴ ἐπικράτησις τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τόσον τῆς δημοσίας ὅσον καὶ τῆς ἰδιωτικῆς εὐημερίας.


Ἐκ τοῦ βιβλίου:
Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος
Δημητρίου Ἀποστολίδου
Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου
Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012
(Ἔκδοσις Α΄ Μάρτιος 2005)
Σελίδες 67-69


Παρασκευή, 9 Φεβρουαρίου 2018

ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΕΚ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΤΟΥ ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ




ΠΡΩΤΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΝ
ΑΚΡΙΒΕΙΑ & ΝΗΣΤΕΙΑ

      Ὁ Μακαριστὸς Μητροπολίτης Φλωρίνης, Πρεσπῶν καὶ Ἐορδαίας Αὐγουστῖνος, κατὰ κόσμον Καντιώτης διηκόνησεν ὡς Πρωτοσύγκελλος εἰς τὴν Ἱερὰν Μητρόπολιν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὅταν ἦτο Διάκονος.
Ὁ ἐκ Θέρμου Αἰτωλίας ἀείμνηστος Πρεσβύτερος Δημήτριος Στέργιος μᾶς διηγήθη πολλὰς φορὰς τὸ ἑξῆς:
      Ὁ Διάκονος Αὐγουστῖνος Καντιώτης ἦλθεν ἕνα Σάββατον εἰς τὸ Θέρμον. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὴν Κυριακήν, ἔλαβε μέρος ὡς Διάκονος εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν, ἡ ὁποία ἐτελέσθη εἰς τὸν ἐνοριακὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Θέρμου, ὁ ὁποῖος εἶνε ἀφιερωμένος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, ὑπὸ τὸν ἡλικιωμένον ἐφημέριον αὐτοῦ. Μετὰ τὸ πέρας τῆς θείας Λειτουργίας, μὲ ὁδηγὸν καὶ συνοδοιπόρον τὸν ἐκ Μάνδρας Θέρμου π. Δημήτριον Στέργιον, ἔκανε μίαν τριήμερον ὁδοιπορίαν εἰς τὰ χωριὰ τῆς ὀρεινῆς Αἰτωλίας. Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς ἰδίας ἡμέρας ἔφθασαν εἰς τὸ χωριὸν Μελίγκοβα. Ἡ δασκάλα τοῦ χωριοῦ προθυμοποιήθη νὰ τοὺς φιλοξενήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν της. Ὅμως ὁ Διάκονος Αὐγουστῖνος ἀπεκρίθη·
   - Ἠμεῖς εἴμεθα καλόγεροι. Ἕνα τσάι θέλουμε μόνον καὶ θὰ διανυκτερεύσωμεν εἰς τὸ σχολεῖον.
Πράγματι αὐτὸ ἔγινε, καίτοι ὁδοιποροῦντες ὅλην τὴν ἡμέραν, πίνοντες μόνον ἕνα καφὲ μετὰ τὴν Λειτουργίαν.

      Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὴν Δευτέραν, μετὰ ἀπὸ ἕνα καφὲ ποὺ ἤπιαν, συνέχισαν τὴν ὁδοιπορίαν μέχρι ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα, μέχρι ποὺ ἔφθασαν εἰς τὸ χωρίον Δρυμών. Ἐκεῖ ἦτο ἐφημέριος τότε ὁ ἀείμνηστος Πρεσβύτερος Ἰωάννης Χασάπης, πολύτεκνος ὢν μὲ πέντε θυγατέρας. Εἰς τὸν Δρυμῶνα ἐπανελήφθη τὸ ἴδιον σκηνικόν. Ὁ π. Ἰωάννης προθυμοποιήθη νὰ τοὺς φιλοξενήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ νὰ τοὺς παραθέσῃ δεῖπνον ἕνα κόκκοραν ποὺ θὰ ἐμαγείρευεν ἡ Πρεσβυτέρα του. Εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ Ἱερέως ὁ ἀκόλουθος διάλογος διημείφθη· 
   - Ἠμεῖς εἴμεθα καλόγεροι καὶ ὅπως θὰ γνωρίζῃς νηστεύομεν τὴν Δευτέραν. Εὐχαρίστως ὅμως νὰ πίωμεν ἕνα τσάι.
   - Ὅπως θέλει ὁ ὁρισμός σου, ἅγιε Πρωτοσύγκελλε. Ἐλᾶτε εἰς τὸ φτωχικόν μας νὰ σᾶς φτιάξῃ ἡ Πρεσβυτέρα τσάι καὶ νὰ ξαπλώσετε.
   - Σὲ εὐχαριστοῦμεν, πάτερ Ἰωάννη, διὰ τὴν πρόσκλησιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν οἰκίαν σου διότι ἔχεις μεγάλην οἰκογένειαν καὶ δὲν θέλομε νὰ σᾶς φέρωμεν ἀναστάτωσιν.

[Αὐτὰ εἶπεν ὁ πατὴρ Αὐγουστῖνος εἰς τὸν πατέρα Ἰωάννην. Ὁ δὲ πατὴρ Δημήτριος Στέργιος εἶπεν εἰς ἡμᾶς τὰ ἑξῆς: Ὁ π. Αὐγουστῖνος δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρόσκλησιν τοῦ π. Ἰωάννου, ὄχι διὰ νὰ μὴ φέρῃ ἀναστάτωσιν εἰς τὴν ἱερατικὴν οἰκογένειαν, ἀλλὰ διότι ὁ π. Ἰωάννης εἶχε πέντε θυγατέρας, μερικαὶ ἐξ αὐτῶν εἰς ἡλικίαν γάμου. Ὁ π. Αὐγουστῖνος, παιδιά μου, "τὰ φύλαγε τὰ σκουριασμένα", "πρόσεχε τίς κακοτοπιές", δηλαδὴ ἦτο πολὺ προσεκτικὸς ἀποφεύγοντας τὰς παγίδας τοῦ διαβόλου.]

      Κατόπιν τούτου, ἤπιαν ἕνα τσάι καὶ ἐκοιμήθησαν εἰς τὸν γυναικωνίτην τοῦ ἐνοριακοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τοῦ Δρυμῶνος.
      Τὴν ἑπομένην ἡμέραν, τὴν Τρίτην, ὅταν ἤρχισε νὰ γλυκοχαράζῃ, ὁ π. Δημήτριος (ὁ συνοδοιπόρος τοῦ π. Αὐγουστίνου) ἐξύπνησε καὶ κατηυθύνθη πρὸς τὴν ἔξοδον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ.
   - Ποῦ ὑπάγεις; Τὸν ἠρώτησεν ὁ Πρωτοσύγκελλος.
   - Ὑπάγω εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ π. Ἰωάννου νὰ ἴδω ἐὰν ἔμεινε φαγητόν, διότι πεινῶ!
   - Ὕπαγε καὶ ὅταν ἐπιστρέψῃς φέρε μου, σὲ παρακαλῶ, ἕνα τσάι.
Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ π. Ἰωάννου, ὁ π. Δημήτριος ηὗρε τὸν ἀπονήρευτον π. Ἰωάννην ἔξυπνον, ὅστις μεταξὺ ἄλλων τοῦ εἶπεν·
   - Εὐλογημένε, δὲν ἐκοιμήθην ὅλην τὴν νύκτα! Διατί δὲν ἤλθατε νὰ κοιμηθῆτε εἰς τὸ πτωχικόν μου;
   - Γέροντά μου, πῶς νὰ ἔλθουν δύο νέοι Κληρικοὶ νὰ διανυκτερεύσουν εἰς τὴν οἰκίαν σου, ὅταν ἐσὺ ἔχῃς θυγατέρας εἰς ἡλικίαν γάμου;
      Ὁ π. Αὐγουστῖνος, ἀγαπητὲ ἀναγνῶστα, ἐγεύθη στερεᾶς τροφῆς τὴν Τρίτην τὸ βράδυ, ἀφοῦ ἐπέστρεψεν ὁδοιπορικῶς εἰς τὸ Θέρμον!

      Ἡμέραν τινα ἦλθεν διὰ προσκυνηματικοὺς λόγους εἰς τὸ Θέρμον, εἷς Πρεσβύτερος ἐξ Ἀθηνῶν. Ἐπεσκέφθη καὶ προσεκύνησε τὸν τόπον τῆς γεννήσεως τοῦ ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ καὶ τὸν προσκυνηματικὸν Ἱερὸν Ναὸν τοῦ Ἁγίου εἰς τὸ Μέγα Δένδρον. Κατόπιν ἦλθε καὶ εἰς τὸν ἐνοριακὸν Ναόν μας.
      
      Κατὰ παραχώρησιν Θεοῦ παρὸν ἦτο καὶ ὁ π. Δημήτριος Στέργιος. Ἡ συζήτησις ποὺ ἄρχισεν, ἔφθασε καὶ εἰς τὸν Ἐπίσκοπον Αὐγουστῖνον. Ὁ μὲν π. Δημήτριος διηγήθη καὶ πάλιν τὸ ἀνωτέρω γεγονός, ὁ δὲ ξένος Κληρικὸς μᾶς ἐξιστόρησε τὰ ἑπόμενα δύο. Τὸ μὲν πρῶτον, τὸ ὁποῖον διεδραματίσθη εἰς τὸ Αἴγιον, τοῦ τὸ διηγήθη ὁ αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος Πρεσβύτερος τὸν ὁποῖον θὰ μνημονεύσω κατωτέρω, τὸ δὲ δεύτερον, τὸ ὁποῖον διεδραματίσθη εἰς τὴν Λάρισαν, τὸ ἐβίωσεν ὁ ἴδιος, ἀφοῦ ἦτο παρὸν εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ στρατοδικείου.



ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΝ
ΙΕΡΟΚΑΤΑΚΡΙΣΙΣ

      Κάποτε ὁ π. Αὐγουστῖνος ὡς Διάκονος, προσεκλήθη εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων καὶ Αἰγιαλείας, τὴν ὁποίαν καὶ ἐπεσκέφθη. Κατέλυσεν εἰς τὸ Αἴγιον καὶ τὴν ἑπομένην ἡμέραν μαζὺ μὲ ἕνα Πρεσβύτερον ἐπῆγαν εἰς κάποιο χωρίον διὰ νὰ τελέσουν τὴν θείαν Λειτουργίαν. Διὰ τὴν μεταβίβασίν τους ἐχρησιμοποίησαν τὸ λεωφορεῖον τοῦ τοπικοῦ ΚΤΕΛ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέβαιναν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι.
      Ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἀναχωρήσουν τὸ λεωφορεῖον, παρὰ τὰς προσπαθείας τοῦ ὁδηγοῦ, δὲν ξεκινοῦσεν. Οἱ ἐπιβάται τοῦ λεωφορείου ἤρχισαν νὰ σιγοψιθυρίζουν λέγοντας ὅτι τὸ λεωφορεῖον δὲν ξεκινᾶ ἐξ αἰτίας τῶν Κληρικῶν.
      Τὸ ἤκουσεν ὁ π. Αὐγουστῖνος καὶ προέτεινεν εἰς τὸν Πρεσβύτερον νὰ κατέβουν ἀπὸ τὸ λεωφορεῖον. Κατόπιν τούτου, εἶπεν εἰς τὸν ὁδηγὸν νὰ ξεκινήσῃ τὸ λεωφορεῖον. Παρὰ τὰς προσπαθείας του τὸ λεωφορεῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ ξεκινήσῃ.
      Τότε, ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐπρότεινε νὰ γίνῃ τὸ ἀντίστροφον, δηλαδὴ νὰ μείνουν ἐκεῖνοι οἱ δύο Κληρικοὶ ἐντὸς τοῦ λεωφορείου καὶ νὰ κατέβουν οἱ λαϊκοί. Τούτου γενομένου καὶ μὲ τὰς προσευχὰς βεβαίως τῶν δύο Κληρικῶν, ἡ μηχανὴ τοῦ λεωφορείου ξεκίνησεν ἀμέσως!
      Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὀφθαλμοφανὲς θαυμαστὸν γεγονός, καθ᾿ ὁδὸν ηὗρεν εὐκαιρίαν ὁ π. Αὐγουστῖνος νὰ ὁμιλήσῃ εἰς τοὺς ἐπιβάτας τοῦ λεωφορείου περὶ μετανοίας καὶ πνευματικῆς ζωῆς.



ΤΡΙΤΟΝ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟΝ
ΑΘΩΟΣ Ο ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ

      Ὅταν ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐχειροτονήθη Πρεσβύτερος ὑπηρέτησεν ὡς στρατιωτικὸς ἱερεὺς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Στρατόν. Ἡ  Ἑλλὰς τότε εἶχε βασιλέα τὸν Παῦλον καὶ βασίλισσαν τὴν Φρειδερίκην. 
      Κάποτε ἡ βασίλισσα Φρειδερίκη ἔκανε κάτι μὴ ὀρθόδοξον καὶ ὁ π. Αὐγουστῖνος ἔπαυσε νὰ τὴν μνημονεύῃ. Ἕνεκα τούτου τὸν ὁδήγησαν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον τῆς Λαρίσης διὰ νὰ δικασθῇ.
      Ὅταν τοῦ ἐδόθη ὁ λόγος, ὁ π. Αὐγουστῖνος ἐζήτησεν ἀπὸ τοὺς στρατοδίκας δέκα ὥρας διὰ νὰ ἀπολογηθῇ. Οἱ στρατοδίκαι ἐδέχθησαν τὸ αἴτημά του, ἀλλ᾿ ἐν τέλει δὲν ἐχρειάσθη εἰμὴ μόνον δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας. Καὶ ὁ λόγος ἦτο ὁ ἑξῆς:
      Ὁ π. Αὐγουστῖνος ἤρχισε τὴν ἀπολογίαν του ἀπευθυνόμενος εἰς τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἤτοι εἰς τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποὺ κρεμόταν ἐπάνω καὶ ὄπισθεν τῶν Δικαστῶν. Τότε ἡ εἰκὼν ἔφυγεν ἀπὸ τὴν θέσιν της! Δὲν ἔπεσε κάτω, δὲν ἔφυγε τὸ καρφὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἦτο κρεμασμένη, ἀλλὰ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν θέσιν της, ἐπέρασεν ἐπάνω ἀπὸ τὰς κεφαλὰς τῶν Δικαστῶν καὶ ἐστάθη ὄρθια ἐπάνω εἰς τὰ ἕδρανα τοῦ δικαστηρίου!
      Κατόπιν τούτου ὁ Πρόεδρος τοῦ στρατοδικείου ἀνεφώνησεν:
   - Ἀθῷος ὁ κατηγορούμενος! Λύεται ἡ συνεδρίασις.


Νὰ ἔχωμε τὴν εὐχήν του.

Κωνσταντῖνος Ἱερομόναχος
(κατὰ κόσμον Τριανταφύλλου)

Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΡΕΝΩΝ ΜΑΝΙΑ

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως


                   

             

    «Πάντα μὲν οὖν ἄτιμα τὰ πάθη, μάλιστα δὲ ἡ κατὰ τῶν ἀρρένων μανία… Τοιαύτη γὰρ ἦν ἡ μῖξις τῶν ἀνδρῶν τῆς γῆς Σοδόμων, τὸ τοιοῦτον σῶμα ἀχρη­στότερον ἀποφαίνουσα. Τί γὰρ ἀνδρὸς πεπορνευμένου μυσαρώτερον; τί δὲ ἐνα­γέστερον; Ὢ τῆς μανίας! ὢ τῆς πα­ρα­πληξίας! πόθεν εἰσεκώμασεν ἡ ἐπι­θυ­μία αὕτη, τὰ τῶν πολεμίων διατιθεῖσα τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, μᾶλλον δὲ καὶ ἐκείνων χαλεπωτέρα, ὅσῳ καὶ ψυχὴ σώ­ματος ἀμείνων; Ὦ καὶ ἀλόγων ὑμεῖς ἀ­νοητότεροι, καὶ κυνῶν ἀναιδέστεροι! Οὐ­δαμοῦ γὰρ τοιαύτη μῖξις παρ’ ἐ­κεί­νοις, ἀλλ’ ἐπιγινώσκει τοὺς ἰδίους ὅ­ρους ἡ φύσις· ὑμεῖς δὲ καὶ τῶν ἀλόγων ἀτιμότερον τὸ γένος εἰργάσασθε τὸ ὑ­μέτερον καθυβρίζοντες».

(Δ´ Ὁμιλία εἰς τὴν πρὸς Ῥωμαίους ἐπιστολήν, PG 60, 416, 420)

Ἑρμηνευτικὴ ἀπόδοσις:

    «Ὅλα ἀναμφιβόλως τὰ πάθη εἶ­ναι ἀ­τι­μωτικά, κατεξοχὴν ὅμως ἡ ἀρρενομα­νία… Τέτοια ἀκριβῶς ἦταν ἡ σεξουαλικὴ ἀνάμειξη τῶν ἀνδρῶν τῆς γῆς τῶν Σοδόμων. Ἀνάμειξη ποὺ καθιστοῦσε τὸ σῶμα τους τελείως ἄχρηστο. Διότι τί εἶ­ναι πιὸ ἀηδιαστικὸ καὶ τί πιὸ μολυσμένο ἀπὸ τὸν ἄνδρα ποὺ ἔχει πα­ραδοθεῖ στὴν πορνεία; Ὦ, τί τρέλα! Τί παραφροσύνη! Ἀπὸ ποῦ εἰσέβαλε ἡ ἐπιθυμία αὐτὴ ποὺ προξένησε στὴν ἀνθρώπι­νη φύση αὐτὰ ποὺ θὰ τῆς ἔκαναν οἱ ἐ­χθροί; Ἢ μᾶλλον χειρότερη κι ἀπ’ τοὺς ἐχθρούς, καὶ τόσο ὅσο ἀνώ­τερη εἶναι ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα; Ὦ ἄν­θρωποι, ἐσεῖς ποὺ γίνατε πιὸ ἀνόητοι ἀπὸ τὰ ζῶα καὶ πιὸ ξεδιάντροποι ἀπὸ τὰ σκυλιά! Διότι τέτοια ὁμόφυλη σαρ­κικὴ μείξη δὲν συν­αντιέται πουθενὰ σ’ αὐτά, ἀλλὰ ἡ φύση γνωρίζει καλὰ τοὺς νόμους της. Ἐσεῖς ὅμως μὲ τὸ νὰ ἐξευ­τελίζετε τὸ φύλο σας τὸ καταστήσατε ἀθλιότερο ἀπὸ τὰ ζῶα.»

Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

ΓΡΗΓΟΡΙΑΝΟΝ ΚΑΙ ΔΙΩΡΘΩΜΕΝΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ



     
Ὑπάρχει Συνοδικὴ καταδίκη τοῦ διωρθωμένου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου ποὺ χρησιμοποιεῖ ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος;

      Ἐν τῇ πραγματικότητι δὲν ὑπάρχουν Συνοδικαὶ ἀποφάσεις κατὰ τοῦ διωρθωμένου Ἰουλιανοῦ Ἡμερολογίου, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος. Αἱ ὑπάρχουσαι Συνοδικαὶ ἀποφάσεις καταδικάζουν τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον, ὅπερ ἠγνόησε τὴν περὶ Πάσχα ἀπόφασιν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου καὶ ἔθιξε καιρίως τὸ Πασχάλιον. Τὸ διωρθωμένον Ἰουλιανὸν ὅμως ἀφῆκε παντελῶς ἄθικτον τὸ Πασχάλιον.



      Πλὴν δὲ αὐτῆς τῆς οὐσιωδεστάτης διαφορὰς μεταξὺ τῶν δύο Ἡμερολογίων, Γρηγοριανοῦ καὶ διωρθωμένου Ἰουλιανοῦ, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διαφορά, καθαρῶς χρονολογική: 
Τὸ διωρθωμένον Ἰουλιανὸν Ἡμερολόγιον ἔχει ἀνὰ 4 αἰῶνας 100 δίσεκτα ἔτη (ὁπότε ὁ Φεβρουάριος ἔχει 29 ἡμέρας), ἐνῷ τὸ Γρηγοριανὸν ἔχει μόνον 97 δίσεκτα ἔτη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι μετὰ πάροδον 1,600 ἐτῶν ἀπὸ σήμερον, ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν πάλιν διαφορὰν 13 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ Γρηγοριανοῦ Ἡμερολογίου. 

      Ἄλλο λοιπὸν τὸ Γρηγοριανὸν Ἡμερολόγιον, καθ᾿ οὗ ὑπάρχουν ἀποφάσεις Συνοδικαί, καὶ ἄλλο τὸ διωρθωμένον Ἰουλιανόν, ὅπερ εἰσήγαγεν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅπερ οὐδαμῶς ἔθιξε τὸ Πασχάλιον.


Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008, ὑποσημείωσις σ. 62-63