Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀπολογητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἀπολογητικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026


 


ΤΑ «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

       Χρονολογικῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 326 μ.Χ.. Ἔχει λήξει ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιστρέφει εἰς τὴν Ῥώμην, ὅπου θὰ συνεχισθοῦν αἱ πανηγυρικαὶ ἐκδηλώσεις τῆς εἰκοσαετίας. Κάποιαι ἱστορικαὶ πηγαὶ μᾶς πληροφοροῦν ὅτι διεδραματίσθησαν τραγικὰ γεγονότα εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Τί ἀκριβῶς εἶχε συμβῆ δὲν εἶνε γνωστόν. Καὶ αὐτό, διότι ἅπασαι αἱ πληροφορίαι ποὺ ἔχομεν προκαλοῦν σοβαρώτατα ἐρωτηματικὰ ἀξιοπιστίας, ἀφοῦ προέρχονται ἀπὸ ἱστορικοὺς ἀμφιβόλου ἀντικειμενικότητος, ποὺ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν ὑποτιθεμένων ἐγκλημάτων, ἀλλὰ ἐπιδίδονται εἰς ἕνα πρωτοφανὲς ὑβριστικὸν παραλήρημα ἐμπαθείας. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμπάθεια μεταφράζεται  εἰς ἀφηγηματικὴν παράστασιν γεγονότων ἀσυμπτώτων καὶ ἀντιφατικῶν δημιουργεῖ εὔλογον δυσπιστίαν ἀντικειμενικότητος.

       Εἰς μίαν προσπάθειαν ἀξιολογήσεως τῆς βασιμότητος τῶν πληροφοριῶν ποὺ μᾶς δίδουν αἱ ἱστορικαὶ πηγαί, παρατηροῦμεν ὅτι διὰ τὰς ὑποτιθεμένας πράξεις εὐθύνης τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κάνουν λόγον μόνον αὐταὶ ποὺ ἐντάσσονται εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν (Ζώσιμος) καὶ τὴν φιλοαρειανὴν (Φιλοστόργιος) ὁμάδα ἱστορικῶν κειμένων. Καὶ βεβαίως δὲν εἶνε καθόλου τυχαῖον ποὺ ὁ μὲν Ζώσιμος δὲν κατόρθωσε νὰ εὕρῃ τίποτε τὸ θετικὸν καὶ ἀξιόλογον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου [«... οὐκέτι λοιπὸν τὴν κατὰ φύσιν ἐνοῦσαν αὐτῷ κακοήθειαν ἔκρυπτεν...», Ζώσιμος, Ἱστορία Νέα, ΙΙ.29.1], ὁ δὲ Φιλοστόργιος θέλοντας νὰ καταδείξῃ ὅτι μετὰ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ "Τριαδικοῦ δόγματος" ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, ἡ θεία Χάρις τὸν ἐγκατέλειψε, καταγράφει τὴν μετασυνοδικὴν συμπεριφορὰν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μίαν σύνθεσιν ἠθικῶν ὀλισθημάτων. Ὅμως καὶ ἂν ὁ Εὐσέβιος ἢ ἀκόμη ὁ Γελάσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεοδώρητος εἶχαν λόγους νὰ σιωποῦν, κανεὶς λόγος σιγῆς δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Σωκράτους, τοῦ Σωζομενοῦ ἢ ἀκόμη τοῦ "ἐθνικοῦ" Πραξαγόρου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν ἐγκωμιάζει. Ὁ Σωζομενὸς μάλιστα διαμαρτύρεται διὰ τὰ ὅσα κακόπιστα καταλογίζουν εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον οἱ "ἐθνικοί". Βεβαίως, διὰ κάποια ἀπὸ τὰ ὑποτιθέμενα ὀλισθήματα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εὑρίσκομεν πληροφορίας καὶ εἰς μερικὰ μεταγενέστερα χρονογραφικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ὅμως πάσχουν ἀπὸ σοβαρὰς ἀνακριβείας.

       Διὰ λόγους ποὺ δὲν ἔχουν διακριβωθεῖ, αἱ ἐχθρικαὶ πρὸς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον πηγαὶ ὑποστηρίζουν ὅτι δῆθεν διέταξε τὴν φυλάκισιν καὶ εἰς τὴν συνέχειαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ του, Κρίσπου, ποὺ τὸν εἶχεν ἀποκτήση μὲ τὸν γάμον του μὲ τὴν Μινερβῖναν [Ὁ Ζώσιμος ὑποστηρίζει τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ Μινερβῖνα δὲν ἦτο σύζυγος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ νόμιμος παλλακή του (ΙΙ.20.2). Πιθανῶς ὁ Κρῖσπος νὰ ἐγεννήθη τὸ 305 μ.Χ.]. Ὁ φιλοαρειανὸς ἱστορικὸς Φιλοστόργιος, ὁ ὁποῖος ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ ποτὲ δὲν ἐσυγχώρησεν τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δόγματος τοῦ "ὁμοουσίου" ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ βεβαίως ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ὅτι αὐτὸς διέταξε τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, μετὰ ἀπὸ συκοφαντικὴν παρέμβασιν τοῦ δευτέρας συζύγου του, Φαύστης ["Τὸν Κωνσταντῖνον ἀνελεῖν τὸν ἴδιον παῖδα... διαβολαῖς τῆς μητρυιᾶς", Φιλοστόργιος, P.G. 65.468 - ΙΙ.4]. Εἰς τί ἀκριβῶς ὅμως συνίστατο ἡ διαβολή; Ὁ Φιλοστόργιος δὲν ἀπαντᾶ, κάτι ὅμως ποὺ διὰ λόγους ἱστορικῆς συνεπείας ὄφειλε νὰ πράξῃ. Παρὰ ταῦτα σπεύδει νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος συνέλαβε τὴν Φαῦσταν νὰ μοιχεύεται καὶ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ τὴν πνίξουν εἰς τὸ λουτρόν ["Κακείνην δὲ πάλιν φωραθεῖσάν τινι τῶν Κουρσώρων μοιχωμένην, τῇ τοῦ λουτροῦ ἁλέα ἐναποπνιγῆναι προστάξαι", Φιλοστόργιος, P.G. 85.465 - ΙΙ.4].

       Ὁ ἐθνικὸς ἱστορικὸς Ζώσιμος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς μοναδικὴν αἰτίαν ὅλων τῶν κακῶν τῆς αὐτοκρατορίας τὴν μεταστροφὴν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἰς τὴν Χριστιανικὴν πίστιν, κάνει λόγον διὰ ὕπαρξιν ἐρωτικῶν σχέσεων μεταξὺ Κρίσπου καὶ Φαύστης ["Κρίσπον γάρ παῖδα... εἰς ὑποψίαν ἐλθόντα τοῦ Φαύστῃ τῇ μητριᾷ συνεῖναι τοῦ τῆς φύσεως θεσμοῦ μηδένα λόγον ποιησάμενος ἀνεῖλεν", Ἱστορικὰ Νέα, ΙΙ.29.2]. Ἡ ἐμπάθεια ὅμως μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Ζώσιμος ἀντιμετώπισεν ὁτιδήποτε προερχόταν ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, πολὺ δὲ περισσότερον ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον διὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται κατὰ τρόπον ὑπερμέτρως ἄδικον καὶ προσβλητικόν, καθιστᾶ τὰς μαρτυρίας ἰδιαιτέρως ἐπισφαλεῖς. Ἀνάλογος εἶνε καὶ ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχει ὁ Λατῖνος Ἐπίσκοπος καὶ λόγιος Σιδώνιος Ἀπολλινάριος ὁ ὁποῖος ὅμως, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Κρίσπος ἐδηλητηριάσθη [Γ. Κορδᾶτος, Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, σ. 65].

       Ὁ χρονογράφος Ἰ. Ζωναρᾶς, χωρὶς νὰ διευκρινίζῃ τὴν πηγὴν τῶν πληροφοριῶν του, δίδει μίαν παραλλαγμένην πληροφορίαν ἐν σχέσει μὲ αὐτὴν τοῦ Ζωσίμου. Μᾶς παραδίδει ὅτι ἡ Φαῦστα ἐπιθυμοῦσεν ἐρωτικῶς τὸν Κρίσπον καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν ἀνταποκρινόταν, τὸν διέβαλεν εἰς τὸν αὐτοκράτορα [Ἐπιτομή, P.G. 134.1105 - XIII.2, Μ. Γλυκᾶς, P.G. 158.465 - IV].

       Ἐντύπωσιν πάντως προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς νεωτέρους σφοδροὺς πολεμίους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ Edward Gibbon, θεωρεῖ ἀπίθανον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Φαύστης [Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, σ. 329].

       Ἡ σύγχυσις λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν καὶ ἡ συνακόλουθος αὐθαίρετος ἀξιολόγησις εἶνε προφανής. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἠμποροῦσεν ἴσως νὰ ὑποτεθῇ, ἂν τελικῶς αἱ συγκεκριμέναι καὶ πάντως ἀσύμπτωτοι πληροφορίαι ἔχουν ποιάν τινα οὐσιαστικὴν βάσιν, εἶνε ὅτι ὁ Κρίσπος ἐνδεχομένως νὰ διέπραξε κάποιο βαρύτατον παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἡ "σοφὴ αὐστηρότης" [Κ. Κούμας, Ἱστορίαι τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, σ. 457] καὶ τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀνεχθῇ. Οὕτω, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὑπερβαίνοντας τὰ αἰσθήματα πατρικῆς ἀγάπης ποὺ τὸν συνέδεαν μὲ τὸν Κρίσπον, ἐπέτρεψε τὴν καταδίκην του εἰς θάνατον, ἀφοῦ εἶνε δεδομένον ὅτι ἦτο ἰδιαιτέρως αὐστηρὸς εἰς θέματα ἀρχῶν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς αὐστηρότητος δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ διαφύγῃ οὔτε ὁ υἱός του. Καμμία ἄλλη σοβαρὰ καὶ λογικὴ ἐξήγησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ. Ἄλλως τε διὰ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα ἦτο ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλο. Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐφαντάσθησαν  τὸν Νέρωνα, τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ αὐτὸ τοὺς ἐξυπηρετοῦσεν [Καλλίνικος, σελὶς 438, ὑποσημείωσις 5, μὲ εἰδικὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν Γάλλον Μοναχὸν Leclercq ὁ ὁποῖος φέρεται νὰ ἀποκαλῇ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον "δολοφόνον ἐφάμιλλον τοῦ Νέρωνος, ἀντικείμενον γενικῆς βδελυγμίας, δῆθεν Χριστιανός, οὐδέποτε ὑπάρξας ἀληθὴς τοιοῦτος, ἀναλαβὼν ἐργολαβικῶς τὴν κηδεμονίαν τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀκύρως βαπτισθείς". Αἱ κρίσεις αὗται ἐμπεριέχονται εἰς τὴν Γαλλικὴν ἔκδοσιν τῆς Ἱστορίας τῶν Συνόδων τοῦ Γερμανοῦ Ἐπισκόπου Josef Hefele (Conciliengeschichte)]. Ὅσον ἀφορᾷ περὶ τοῦ θανάτου τῆς Φαύστης καὶ πολὺ περισσότερον περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον φέρεται ὅτι ἀπέθανεν, ἡ πληροφορία μόνον μὲ ἀφήγησιν ἀνεκδοτολογικοῦ τύπου μεσαιωνικοῦ χαρακτῆρος ἠμπορεῖ νὰ ἐξομοιωθῇ καὶ ὄχι μὲ σοβαρὰν ἱστορικὴν πληροφόρησιν.

       Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐλέγχεται ἀκόμη ἀπὸ μερικούς, διὰ τὸν θάνατον τοῦ γαμβροῦ του, τοῦ Λικινίου, συζύγου τῆς ἀδελφῆς του Κωνσταντίας [Ζώσιμος, ΙΙ.28.2]. Ἡ ἀντικειμενικὴ κρίσις ὅμως ἐπιβάλλει νὰ κρίνωνται τὰ γεγονότα ὑπὸ τὰς συγκεκριμένας κυριάρχους ἀντιλήψεις δικαίου,  εἰς τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον ποὺ ἔλαβαν χώραν [Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Will Durant ὅτι "δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν τὰς ἐκτελέσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη, μὴ γνωρίζοντες τὰς αἰτίας αὐτῶν", σ. 762]. Ὁ  Μέγας Κωνσταντῖνος ἂν καὶ ἐνίκησε τὸν Λικίνιον, δὲν τὸν κατεδίκασεν εἰς θάνατον ὅπως συνηθιζόταν, οὔτε κἂν τὸν ἐφυλάκισεν, ἀλλὰ σεβόμενος προφανῶς τὴν συγγενικήν τους σχέσιν, τὸν ὑποχρέωσεν νὰ ζῇ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ Λικίνιος, ἂν καὶ ὑπεσχέθη ὑποταγὴν εἰς τὸν αὐτοκράτορα, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀντιθέτως, ἐκινήθη συνωμοτικῶς μὲ σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ αὐτοκράτορος. Ἡ παραπομπή του εἰς δίκην καὶ ἡ καταδίκη του εἰς θάνατον μὲ τὰς προβλεπομένας διαδικασίας, ἦτο φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς παρανόμου καὶ ἀξιοποίνου συμπεριφορᾶς του. Ὁ εἰδωλολάτρης ἱστορικὸς Ζώσιμος βεβαίως, δι᾿ αὐτονοήτους λόγους, ἔχει ἄλλην ἄποψιν. Κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ὅτι δῆθεν ἠθέτησε τὸν λόγον του καὶ διέταξε νὰ θανατωθῇ ὁ Λικίνιος, ξεχνῶντας προφανῶς ὅτι ὁ Λικίνιος, μετὰ τὴν ἧτταν του καὶ τὸν περιορισμόν του εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὄχι μόνον δὲν ἐτήρησε τὴν ὑπακοὴν ποὺ ὄφειλεν, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἐκινήθη ἀνατρεπτικῶς ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορος. Διατί τάχα ἡ ποινικὴ συμπεριφορὰ τῆς ἐννόμου τάξεως τῆς αὐτοκρατορίας πρὸς τὰς ἀξιοποίνους πράξεις τοῦ Λικινίου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο διαφορετική; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσε τὰς ἀπόψεις τοῦ Ζωσίμου.

       Ἡ Χριστιανικὴ συνείδησις ἀγάπης βεβαίως, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀποδοχὴν τῆς θανατικῆς καταδίκης. Εἶνε ὅμως ἀδιανόητον νὰ κρίνεται ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ βάσιν τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ἡ συγκεκριμένη πρᾶξις ἔλαβε χώραν εἰς μίαν ἐποχὴν (324 μ.Χ.) ὅπου αὐτὸς δὲν εἶχε κατανοήσει πλήρως τὰς ἀξίας τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας. Οὔτε πάλιν νὰ ἀξιολογῶμε τὰς πράξεις του μὲ τὴν φιλοσοφίαν καὶ τὰς ἀρχὰς ποὺ μᾶς ἐπιβάλλουν αἱ σύγχρονοι ἀντιλήψεις. Ὁ Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, ἐπηρεασμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἱερώνυμον, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἀυτοκράτωρ ὄφειλε νὰ δείξῃ μεγαλυτέραν γενναιότητα καὶ νὰ χαρίσῃ δι᾿ ἄλλην μίαν φορὰν τὴν ζωὴν εἰς τὸν Λικίνιον. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀνάλογον μεγαλοψυχίαν καὶ ἄφησε τὸν γαμβρόν του νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν θανατικὴν καταδίκην, δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα ἐξομοιώσεώς του μὲ τὸν Νέρωνα, ὅπως ἀδοκίμως μερικοὶ ἐπιχειροῦν νὰ καταδείξουν.

       Τέλος, εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ἀποδίδουν μερικοὶ τὴν δολοφονίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Λικινίου καὶ τῆς Κωνσταντίας, ἄρα καὶ ἰδικοῦ του ἀνηψιοῦ, ἡλικίας μόλις 12 ἐτῶν. Τοιαύτη ὅμως πληροφορία μέσα ἀπὸ τὰς ἱστορικὰς πηγὰς δὲν προκύπτει. Πέραν αὐτοῦ, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἤδη εἶχεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν Λικίνιον καὶ δὲν εἶχε κανένα ἀπολύτως λόγον νὰ θανατώσῃ ἕνα δωδεκάχρονον παιδίον, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν αὐτὸ ἦτο τὸ τέκνον τῆς ἀδελφῆς του.

[Κάποιοι ἐκτιμοῦν ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐθεώρησε τὸν ἀνηψιόν του ὡς ὑπεύθυνον τοῦ θανάτου τοῦ Κρίσπου (Νέα Γενικὴ Ἱστορία τῶν Ἑλλήνων, τόμος ΣΤ΄, σελὶς 32, Δ. Ἀπέργης - Κ. Ἐμμανουήλ, Ἀθήνα, 1974). Ἄλλοι πάλιν θεωροῦν ὅτι εἶχε βλέψεις εἰς τὸν θρόνον].

       Δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τῆς προσοχῆς μας τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοὺ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀπέθανον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας του, ὁ θάνατός τους ἀπεδόθη, ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικούς του ἀντιπάλους, εἰς τὴν σφαίραν τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης. Ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος τοῦ πενθεροῦ του, τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος ηὐτοκτόνησεν ἕν ἔτος μετὰ τὴν ἀνεπιτυχῆ ἀπόπειραν δολοφονίας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀποδίδεται, τελείως ἀβασίμως, ἀπὸ τινὰς συγχρόνους συγγραφεῖς, εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον.

       Δυστυχῶς ὅμως, ὅλη αὐτὴ ἡ μυθιστορηματικὴ κατασκευὴ ὑποτιθεμένων θανάτων τῶν προσώπων τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸ μόνον ποὺ κατορθώνει εἶνε νὰ σπέρνῃ τὴν ἀμφιβολίαν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνυποψιάστου καὶ καλοπροαιρέτου Χριστιανοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὁποίου γκρεμίζεται μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας φυσιογνωμίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφοβολία πὼς μὲ ὅλον αὐτὸ τὸ δολίως κατασκευασμένον σεναριογραφικὸν ὑλικὸν δὲν ἐπιδιώκεται τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ διασυρμὸς καὶ ἡ ἀπαξίωσις τῆς πνευματικῆς μας κληρονομίας.

       Εἶνε ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ θεμελιωτοῦ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ἠθέλησαν νὰ συνθέσουν τὸ πορτραῖτον μιᾶς ἐγκληματικῆς φυσιογνωμίας, δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ἀσάφειαν καὶ τὴν ἀπροσδιοριστίαν τῶν πηγῶν πλάθοντας ὑποθετικὰ ἱστορήματα εἰς τὰ μέτρα τῆς ἰδικῆς τους ἀρεσκείας. Ἀλήθεια τί ἔχουν νὰ ἀπαντήσουν ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὸν Σωζομενὸν ὁ ὁποῖος μὲ παῤῥησίαν ἐπισημαίνει: «Δὲν παραβλέπω αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ εἰδωλολάτραι ὅτι δηλαδὴ ὁ Κωνσταντῖνος, ἀφοῦ ἐθανάτωσε τινὰς ἐκ τῶν στενῶν του συγγενῶν καὶ ἀφοῦ συνέπραξεν εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, δηλαδὴ τοῦ ἰδίου του τοῦ τέκνου, μετενόησε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν φιλόσοφον Σώπατρον κάθαρσιν ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπήντησεν ὅτι κάθαρσις διὰ τοιαῦτα ἁμαρτήματα δὲν ὑπάρχει. Ἀνυπομονοῦσε λοιπὸν δι᾿ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ βασιλεὺς νὰ συναντηθῇ μὲ Ἐπισκόπους ποὺ τοῦ ἔδιδαν τὴν ὑπόσχεσιν πὼς μὲ τὸ Βάπτισμα θὰ καθαριζόταν ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας. Οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ ἔδωσαν σκοπίμως αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν, οὕτως ὥστε νὰ δελεασθῇ καὶ νὰ γίνῃ Χριστιανὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν νὰ βαπτισθοῦν καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Ὅμως, ἐις ἐμὲ φαίνεται ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶνε δημιουργήματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν σκοπὸν νὰ κατασυκοφαντοῦν τὴν πίστιν τῶν Χριστιανῶν» ["Οὐκ ἀγνοῶ δέ, ὡς ἕλληνες λέγουσι, Κωνσταντῖνον ἀνελόντα τινὰς τῶν ἐγγυτάτῳ τοῦ γένους, καὶ τῷ θανάτω Κρίσπου τοῦ ἑαυτοῦ παιδὸς συμπράξαντα μεταμεληθῆναι καὶ περὶ καθαρμοῦ κοινώσασθαι Σωπάτρῳ τῷ φιλοσόφῳ... τὸν δὲ ἀποφήνασθαι, μηδένα καθαρμὸν εἶναι τῶν τοιούτων ἁμαρτημάτων. Ἀδημονοῦντα δὲ τὸν βασιλέα ἐπὶ τῇ ἀπαγορεύσει περιτυχεῖν ἐπισκόποις, οἱ μετανοίᾳ καὶ βαπτίσματι ὑπέσχοντο πάσης αὐτὸν ἁμαρτίας καθαίρειν. Ἠσθῆναί τε τούτοις κατὰ σκοπὸν εἰρηκόσι καὶ θαυμάσαι τὸ δόγμα, καὶ χριστιανὸν γενέσθαι καὶ τοὺς ἀρχομένους ἐπὶ τοῦτο ἀγαγεῖν. Ἐμοὶ δὲ δοκεῖ, ταῦτα πεπλάσθαι τοῖς σπουδάζουσι τὴν χριστιανῶν θρησκείαν κατηγορεῖν", Σωζομενός, P.G. 67.869 - I.5].

       Δυστυχῶς, αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἀδιαπέραστον στρῶμα ἱστορικῆς ὀμίχλης ποὺ ἔχει καταπέσει ἐπάνω εἰς τὰ συγκεκριμένα γεγονότα, ἐτροφοδότησε τὴν μισαλλοδοξίαν καὶ τὴν μυθώδη εὑρηματικότητα ὅλων ἐκείνων ποὺ τὴν διαδρομὴν τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ τὴν ἀντελήφθησαν ὡς θλιβερὰν παρένθεσιν τῆς παγκοσμίου ἱστορίας. Ἐν τέλει ὅμως, ὅ,τι καὶ ἐὰν ἐσυνέβη ἐντὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν ἀνακτόρων, πρέπει νὰ γίνῃ κατανοητὸν ἀπὸ τοὺς πολεμίους τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας ὅτι ὁ πολιτισμὸς δὲν παράγεται ἐντὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν σαλονιῶν, οὔτε καταγράφεται ὡς ἄθροισμα παλατιανῶν δολοπλοκιῶν. Ἡ λόγια σκέψις, ἡ λόγια αἰσθητική, ἡ διανόησις, ἡ ἀναζήτησις ὑψηλοτέρων ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, αἱ μεταφυσικαὶ ἀναζητήσεις, ἡ προσπάθεια προσεγγίσεως τοῦ θείου, εἶνε στοχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἱστορικὴν συνέχειαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἄρχοντάς του. Ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς λαοῦ, συνεπῶς, δὲν κρίνεται μὲ βάσιν τὰς ἰδιοτροπίας ἐκείνων ποὺ ἀσκοῦν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μὲ βάσιν τὰς δυνατότητας τοῦ ἰδίου τοῦ λαοῦ νὰ παράγῃ καὶ νὰ ἀποθέτῃ εἰς τὸ παγκόσμιον ταμιευτήριον τοῦ πολιτισμοῦ.             


Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος

Δημητρίου Ἀποστολίδου

Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου

Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012

(Ἔκδοσις Α΄ Μάρτιος 2005)

(σ. 203-210)

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2021

 ΠΕΡΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ





       Εἶνε λάθος νὰ ζητοῦμε Γραφικὸν ἔρεισμα δι᾿ ὁτιδήποτε. Εἶνε λάθος. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε τὸ μεῖζον· ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶνε τὸ ἔλασσον, διότι ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶνε στοιχεῖον τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Ἐκκλησία περιέχει καὶ τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Οἱ Προτεστάνται ἐπέταξαν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἐκράτησαν τὴ Ἁγίαν Γραφήν. Αὐτὸ εἶνε ἕνα μεγάλον λάθος. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς δίδει τὴν Ἁγίαν Γραφήν. Ἂν βγάλωμε τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἔχομεν Ἁγίαν Γραφήν. Ὁ ἐγγυητὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ἔδωσε τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐδιδάχθη ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν παρεδόθησαν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἁγία Γραφή. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι χανόταν τὸ Εὐαγγέλιον, ἂν ὁ Θεὸς δὲν οἰκονομοῦσε νὰ σωθῇ μέχρι σήμερον, καὶ ἄφηνε τὴν Ἐκκλησίαν Του νὰ ἐζοῦσε, θὰ ἐσωζώμεθα. Ἂν ἔμενε τὸ Εὐαγγέλιον καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἡ Ἐκκλησία... Αὐτὰ βεβαίως εἶνε ὑποθέσεις, διότι ὁ Θεὸς ποτὲ δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ χαθῇ τὸ ἔργον Του. Ἀλλοίμονον! Μίαν ὑπόθεσιν κάνουμεν. Ἂν εἶχαν τὸ Εὐαγγέλιον οἱ ἄνθρωποι καὶ δὲν εἶχαν τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν θὰ ἐσῴζοντο. Πῶς θὰ ἐσῴζοντο; Μὲ τί Μυστήρια; Θὰ ἐδιάβαζαν ἕνα ὡραῖον βιβλίον, μίαν ὡραίαν διδασκαλίαν. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ πῶς θὰ διδόταν εἰς αὐτούς; Ποῦ τὸ βάπτισμα; Ποῦ ἡ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία μᾶς καθιστᾶ συσσώμους μὲ τὸν Κύριόν μας; Ποῦ θὰ ἦσαν αὐτὰ τὰ πράγματα; Καὶ ἂν χανόταν τὸ Εὐαγγέλιον, ἡ Ἐκκλησία θὰ εἶχε τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἀποστόλων, ὅπως τὴν εἶχε τὰς πρώτας δεκαετίας, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶχεν ἀκόμη γραφῆ τὸ Εὐαγγέλιον. Πρὶν γραφῆ τὸ Εὐαγγέλιον δὲν ὑπῆρχεν Ἐκκλησία; Δὲν ὑπῆρχε διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας; Καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἔγραφαν τίποτε οἱ Ἀπόστολοι, αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ παρέδιδαν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν θὰ ἀρκοῦσαν διὰ τὴν σωτηρίαν μας. Ἡ Ἐκκλησία χωρὶς τὸ γραπτὸν κήρυγμα θὰ ἔσωζε. Τὸ γραπτὸν κήρυγμα χωρὶς τὴν Ἐκκλησίαν δὲν θὰ ἔσωζε. Δὲν ἠμποροῦμεν, λοιπόν, νὰ λέγωμεν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν διὰ κάτι ποὺ τὸ ἔχει εἰς τὴν ζωήν της ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνας: «φέρε μου Γραφικὸν ἔρεισμα». Τὸ ὅτι τὸ ἔχει ἡ Ἐκκλησία αὐτὸ εἶνε Γραφικόν, μὲ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶνε μέσα εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὰς Παραδόσεις τῶν Ἀποστόλων τὰς ὁποίας παρέλαβεν ἡ Ἐκκλησία. Οἱ Προτεστάνται ἔλαβαν αὐτὸ τὸ ὁποῖον τοὺς ἔδωσεν ἡ Ἐκκλησία καὶ ἐπέταξαν τὴν Ἐκκλησίαν. Αὐτὸ εἶνε ἀντίφασις. Ποῦ γνωρίζουμεν ὅτι αὐτὰ εἶνε τὰ βιβλία τῶν Ἀποστόλων; Ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται; Ὑπάρχουν δεκάδες βιβλίων ψευδεπιγράφων. Ἔχομεν Εὐαγγέλια ψευδεπίγραφα. Ποῖος εἶνε ὁ ἀλάθητος ἐγγυητὴς ὅτι αὐτὸ εἶνε ψευδεπίγραφον καὶ αὐτὸ εἶνε κανονικόν; Ποῖος; Ἡ Ἐκκλησία. Ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὴν δύναμιν νὰ διακρίνῃ τὰ ψευδεπίγραφα καὶ τὰ κανονικὰ βιβλία, δὲν μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ μᾶς εἰπῇ τί εἶνε καὶ τί δὲν εἶνε σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Κυρίου καὶ τῶν Ἀποστόλων; Ἢ μὲ συγκεκριμένας διδασκαλίας τὰς ὁποίας ἄφησαν οἱ Ἀπόστολοι, δεδομένου ὅτι ἕνα ἐλάχιστον μέρος κατεγράφη εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφήν; Εἶνε δὲ καὶ λανθασμένη ἡ ἄποψις ὅτι εἶνε πηγὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοσις. Καὶ ἡ Ἱερὰ Παράδοσις καὶ ἡ Ἁγία Γραφὴ εἶνε δύο στοιχεῖα παραδόσεως τῶν Ἀποστόλων. Πηγὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶνε ἡ διδασκαλία τοῦ Κυρίου διὰ τῶν Ἀποστόλων ὅπως εἴτε κατεγράφη εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν εἴτε παρεδόθη ἀπὸ αὐτοὺς εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Καὶ τὰ δύο αὐτὰ εἶνε τὸ ἴδιον πρᾶγμα. Δὲν μποροῦμε, λοιπόν, νὰ ζητῶμε διὰ κάθε τι Γραφικὴν ἀπόδειξιν. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ἡ ἀπόδειξις. Ἐκτός, βεβαίως, διὰ κάτι ποὺ μᾶς τὸ φέρνει σήμερον κάποιος παπᾶς ἢ κάποιος Δεσπότης νὰ μᾶς τὸ βάλῃ. Ἐκεῖ θὰ τὸν ἐρωτήσωμεν: Ποῦ τὸ ηὗρες, πάτερ μου; Διὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰώνας θὰ διερωτώμεθα ἂν ἔχουν Γραφικὸν στήριγμα; Αὐτὸ εἶνε προτεσταντικὸς τρόπος τοῦ σκέπτεσθε. Δι᾿ ἡμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους αὐτὸ εἶνε ἀπόβλητον τελείως. Ἡ Ἐκκλησία ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ καταρτίζῃ τὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ νὰ μᾶς λέγῃ ποῖα εἶνε θεόπνευστα βιβλία καὶ ποῖα δὲν εἶνε, ἔχει πολλῷ μᾶλλον τὴν ἐξουσίαν νὰ μᾶς λέγῃ τί ἄλλο - ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ τὰ γραπτὰ - τῆς παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι. Ἐκείνη ποὺ δύναται τὸ μεῖζον, δύναται καὶ τὸ ἔλαττον. Ἐπίσης, ἡ Ἐκκλησία ποὺ ἔχει τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ εἶνε ὁ φύλαξ αὐτῆς, εἶνε καὶ ὁ αὐθεντικὸς καὶ ὁ ἀλάθητος ἑρμηνευτὴς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, καὶ ὄχι οἱ αἱρετικοί.

       Λέγουν οἱ αἱρετικοὶ ὅτι «ἐμεῖς ἔχομε μόνον τὴν Ἁγίαν Γραφὴν καὶ δὲν ἔχομε Παράδοσιν, ἐνῷ ἐσεῖς ἔχετε Παράδοσιν». Αὐτὸ εἶνε ψεῦδος. Ἔχουν καὶ παραέχουν Παράδοσιν. Μόνον ὅτι ἡ ἰδική τους Παράδοσις εἶνε ἐντάλματα ἀνθρώπων. Θὰ ἔχετε ἀκούσῃ ὅτι οἱ Προτεστάνται, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ ὁποῖοι εἶνε καὶ πάρα πολλαὶ παραφυάδες, ὀνομάζονται ἀπὸ τὰ ὀνόματα τῶν ἀρχηγῶν τους, Ζβιγγλιανοί, Λουθηρανοί, Καλβινισταί, κ.λπ.. Καὶ ἔχουν διαφωνίας μεταξύ τους· ἔχουν διαφοράς. Ἄλλα πιστεύουν οἱ Λουθηρανοί, ἄλλα οἱ Ζβιγγλιανοί, ἄλλα οἱ Καλβινισταὶ καὶ ἄλλαι πάρα πολλαὶ παραφυάδες, γύρω εἰς τὰς διακοσίας. Λοιπόν, τί σημαίνει ἐγὼ εἶμαι Ζβιγγλιανός, ἐγὼ εἶμαι Λουθηρανός, ἐγὼ εἶμαι Καλβινιστής; Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἐγὼ ἑρμηνεύω τὴν Ἁγία Γραφὴν κατὰ τὴν παράδοσιν, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Καλβίνου, ὁ ἄλλος τοῦ Ζβιγγλίου... Αὐτὸ τί ἄλλο εἶνε παρὰ παράδοσις; Ὅπως ἡρμήνευσεν ὁ Καλβῖνος τὴν Γραφήν, ἔτσι τὴν ἑρμηνεύω καὶ ἐγώ. Δηλαδὴ ἀκολουθῶ τὴν Παράδοσιν τοῦ Καλβῖνου, τοῦ Ζβιγγλίου, τοῦ Λουθήρου, κ.ο.κ.. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶνε ὅτι τῶν μὲν ἡ παράδοσις ἀρχίζει τὸν 15ον, 16ον αἰῶνα - εἶνε ἐντάλματα ἀνθρώπων -, ἐνῷ ἡ ἰδική μας Παράδοσις, ἡ Παράδοσις τῆς Ἐκκλησίας, ἡ Ἱερὰ Παράδοσις, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Αἱ Παραδόσεις των εἶνε νεώτεραι. Δὲν ἔχουν τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὴν αὐθεντίαν τὰς ὁποίας ἔχουν αἱ ἰδικαί μας Παραδόσεις, ποὺ εἶνε Παραδόσεις τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ τῶν Πατέρων ποὺ διεδέχθησαν τοὺς Ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐκράτησαν τὰς Παραδόσεις καὶ τὰς διετήρησαν μέχρι σήμερον.

- Μά, Γέροντα, καὶ ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι μαχόμεθα μεταξύ μας.

- Ἐκεῖνοι, παιδί μου, ἔχουν δογματικὰς διαφοράς, ἐνῷ ἐμεῖς δὲν ἔχομε διαφορὰς εἰς τὰ δόγματα. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι τὸ ἴδιον δόγμα ἔχομεν. Τὸ ἂν ἀντιμαχώμεθα διὰ ἐπὶ μέρους θέματα, αὐτὸ εἶνε ἐντὸς τοῦ ἀνθρωπίνου στοιχείου. Καὶ εἰς τὴν ἐποχὴν τῶν Ἀποστόλων ὑπῆρξαν διαφωνίαι. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διεφώνησε μὲ τὸν Βαρνάβαν, ἀκόμη καὶ μὲ τὸν Ἀπόστολον Πέτρον. Ὄχι ἐπὶ δογματικοῦ θέματος· ἐπὶ πρακτικοῦ. Ἐπὶ πρακτικῆς ἀντιμετωπίσεως: Θὰ δεχώμεθα τοὺς ἐξ ἐθνῶν Χριστιανοὺς μὲ περιτομὴν ἢ ὄχι; Δὲν ἦτο δογματικὸν τὸ θέμα· ἦτο θέμα τακτικῆς. Εἰς τοιαῦτα θέματα διαφωνοῦμεν. Ἔχομε τὸ ἀνθρώπινον στοιχεῖον ὅλοι. Καὶ οἱ Ἅγιοι ἔχουν τὸ ἀνθρώπινον στοιχεῖον. Ἀλλὰ ἐμεῖς δὲν ἔχομε δογματικὰς διαφοράς. Ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι ἔχομε τὸ ἴδιον δόγμα. Καὶ ἐσὺ μὲ τὴν γυναῖκά σου καμμίαν φορὰν διαφωνεῖτε· καὶ μὲ τὰ παιδιά σου καὶ μὲ τοὺς γονεῖς σου διαφωνεῖτε. Δὲν παύετε, ὅμως, νὰ εἶσθε Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, δὲν παύετε νὰ εἶσθε σύζυγοι.

- Τί λέγετε ὡς πρὸς τὸ ἀλάθητον μιᾶς Συνόδου;

- Ἐπειδὴ τὸ ἀλάθητον εἶνε τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας, μία πρᾶξις Τοπικῆς Ἐκκλησίας μπορεῖ νὰ μὴ εἶνε ὀρθή, ἀλλὰ αὐτὸ θὰ τὸ δείξῃ ὁ χρόνος. Ἂν γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὴν σύνολον Ἐκκλησίαν ἢ ὄχι. Μπορεῖ νὰ μὴ γίνῃ δεκτή, ὁπότε παραμερίζεται.

       Καὶ διὰ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα: Ἡ Ἐκκλησία εἶνε ὁ αὐθεντικὸς ἑρμηνεὺς ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Δι᾿ ἡμᾶς ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν εἶνε κάτι τὸ ταμποὺ καὶ ἔξω ἀπὸ αὐτὴν ὑπάρχει σκότος καὶ πλάνη. Ὄχι! Μεγάλον λάθος.

       Ἐξ ἄλλου μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ Ἁγία Γραφή, διατί δὲν τὰ ἔχουν οἱ Προτεστάνται σήμερον; Τὰς «ἀγάπας» διατί δὲν τὰς ἔχουν, ὅπως ἀκριβῶς τὰς εἶχαν οἱ Ἀπόστολοι (Ἰούδα 12); Ἡ Ἐκκλησία πάλιν μᾶς εἶπε τί ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα εἶνε αἰώνιον καὶ τί καιρικόν. Τὴν Κυριακὴν ἀργίαν ποῦ τὴν ηὗραν οἱ Προτεστάνται; Ποῦ; Εἰς τὴν Ἁγίαν Γραφὴν δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ ἡ Κυριακὴ ἀργία. Ἡ Παράδοσις μᾶς τὴν ἐτήρησεν. Ἤδη ὁ Ἅγιος Ἰουστῖνος, ὁ Φιλόσοφος καὶ Μάρτυς, μᾶς λέγει ὅτι τὴν Κυριακὴν ἐκαλοῦντο καὶ ἔκαναν τὴν κλάσιν τοῦ Ἄρτου. Μετά, ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, ἄρχισε νὰ γίνεται ἀραιότερα. Ἔκαναν, βεβαίως, πολλὰς φορὰς καὶ καθημερινῶς. Ἀλλὰ κατὰ Κυριακὴν ἐκαλοῦντο ὅλοι οἱ πιστοὶ εἰς τὴν πόλιν μὲ τὸν Ἐπίσκοπον καὶ μὲ ὅλους τοὺς Ἱερεῖς τῆς περιοχῆς καὶ ἔκαναν μίαν Εὐχαριστίαν. Ποῦ εἶνε ἡ Κυριακὴ ἀργία καὶ ἡ λατρεία τῆς Κυριακῆς εἰς τὴν Καινὴν Διαθήκην; Τὸ εἶπα κάποτε εἰς ἕνα Προτεστάντην. Εἰς τὸ τέλος ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ: - Ἀπὸ ἐσᾶς τὴν ἐλάβαμεν. - Ἔτσι μπράβο. Λάβετε καὶ μερικὰ ἄλλα ἀπὸ ἡμᾶς διὰ νὰ εἶσθε ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουν, λοιπόν, τὴν Κυριακὴν ἀργίαν, ἐνῷ ἀπὸ τὴν Καινὴν Διαθήκην δὲν βγαίνει πουθενὰ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Λέγει ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης: «ἐγενόμην ἐν τῇ νήσῳ τῇ καλουμένῃ Πάτμῳ... ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ» (Ἀποκάλυψις Α΄ 9-10). Ἀπὸ ποῦ βγαίνει, ὅμως, ὅτι ἡ Κυριακὴ εἶνε κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρας τῆς λατρείας; Ἡ Ἐκκλησία τὴν καθιέρωσε. Βεβαίως στοιχῶντας εἰς τὴν διδασκαλίαν τῶν Ἀποστόλων. Εἶνε πράγματα τὰ ὁποῖα παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι. Σκεφθῆτε: τόσα χρόνια ποὺ ἔζησαν οἱ Ἀπόστολοι - ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης ἔφθασεν εἰς βαθύτατον γῆρας - πόσα πράγματα εἶχαν εἰπεῖ εἰς τοὺς πιστοὺς τῆς ἐποχῆς τους; Εἰς τοὺς Ἐπισκόπους τοὺς ὁποίους οἱ ἴδιοι εἶχαν χειροτονήσει;

       Ἡ Ἐκκλησία τρία πράγματα ἀντέταξεν εἰς τοὺς αἱρετικούς: τὴν Ἐπισκοπικὴν Διαδοχήν, τὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ τὰ Σύμβολα. Αὐτὰ τὰ τρία ἀντέταξεν εἰς τοὺς αἱρετικούς. Λέγει: Τί ἔχετε ἐσεῖς νὰ μοῦ δείξετε ὅτι εἶσθε συνέχεια τῶν Ἀποστόλων; Ἐγὼ σᾶς ἀποδεικνύω τὴν Ἀποστολικὴν Διαδοχήν: Ὁ τάδε ἐχειροτονήθη ἀπὸ τὸν τάδε, ὁ τάδε ἀπὸ τὸν τάδε... ἐκεῖνος ἀπὸ τὸν Πέτρον, ἀπὸ τὸν Παῦλον, ἀπὸ τὸν Ἰωάννην, ἄρα ἔχω κατ᾿ εὐθείαν διαδοχὴν ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους. Ἔχω τὸν Κανόνα τῆς Καινῆς Διαθήκης παραδεδομένον εἰς Ἐμέ, ὄχι εἰς ἐσᾶς - εἰς τὰς Ἐκκλησίας παρέδιδαν οἱ Ἀπόστολοι τὰς Ἐπιστολάς των. Καὶ ἕχω καὶ τὰ Σύμβολα, τὰ Βαπτιστικὰ Σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, καὶ ἐδιδάχθην τὴν ἀληθινὴν πίστιν. Αὐτὰ τὰ τρία ὅπλα εἶχεν ἡ Ἐκκλησία ἐναντίον τῶν αἱρέσεων.

- Τί ἐννοεῖτε Σύμβολα;

- Τὴν ὁμολογίαν Πίστεως. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Σύμβολον Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως ὑπῆρχαν παλαιὰ μικρὰ Σύμβολα, τὰ ὁποῖα ἀπήγγελλαν οἱ βαπτιζόμενοι, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐπειδὴ προήρχοντο ἀπὸ τὴν ἀποστολικὴν ἐποχήν, εἶχαν μέσα τὴν ἀληθινὴν πίστιν τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Σήμερον, βεβαίως, ἐπειδὴ τὸ Σύμβολόν μας εἶνε αὐθεντικὸν ἀπὸ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον - τὴν Α΄ καὶ τὴν Β΄ - δὲν χρειάζεται νὰ φτιάξωμεν ἄλλα Σύμβολα. Τώρα ὁ βαπτιζόμενος ἀπαγγέλλει αὐτό· ἂν εἶνε νήπιον τὸ ἀπαγγέλλει ὁ ἀνάδοχος. Ἀλλὰ αἱ Ἐκκλησίαι τότε εἶχαν ἰδικά των σύμβολα μὲ μικροδιαφοράς, ἀλλὰ μὲ τὴν αὐτὴν πίστιν.


Τρέφοντας τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ

Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωάννου Κωστὼφ

Ἐκδόσεις Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς

Ἔκδοσις Β΄

Σταμάτα 2017

σ. 125-130

Σάββατο 7 Μαρτίου 2020

ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ Η ΓΟΝΥΚΛΙΣΙΑ ΕΝ ΚΥΡΙΑΚῌ;

Αποτέλεσμα εικόνας για γονυκλινως προσευχεσθαι



       Εἴδομεν προηγουμένως ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν ἡμέραν (τῆς Πεντηκοστῆς) ἀναφέρομεν πρὸς τὸν Θεὸν τὰς προσευχάς μας γονυκλινεῖς. Ἐπιτρέπεται τοῦτο; Ἐπιτρέπεται δηλαδὴ ἡ γονυκλισία κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Πεντηκοστῆς (ἤτοι τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τῶν 50 ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ Πάσχα μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας); Ὡς πρὸς τὴν σημερινὴν τελετὴν τῆς γονυκλισίας δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι αὕτη γίνεται ἐν τῷ Ἑσπερινῷ, ἡ δὲ ἡμέρα ἐκκλησιαστικῶς τελειώνει πρὸ τοῦ Ἑσπερινοῦ (κατὰ τὴν Ἀκολουθίαν τῆς Θ΄ Ὥρας) καὶ ἀπὸ τὸν Ἑσπερινὸν ἀρχίζει ἡ ἑπομένη ἡμέρα. Συνεπῶς ἡ σημερινὴ γονυκλισία ἀνήκει εἰς τὴν αὔριον ἡμέραν, ποὺ εἶνε Δευτέρα. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν ὁ Ἑσπερινὸς κατ᾿ οἰκονομίαν γίνεται τὸ πρωὶ τῆς Κυριακῆς καὶ ὄχι τὸ ἀπόγευμα. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν θέμα ὡς πρὸς τὴν σημερινὴν γονυκλισίαν.
 

       Γενικώτερον ὅμως πρέπει νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἀναπάντητον τὴν ἐρώτησιν αὐτήν. 
       Οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ συγκεκριμένως ὁ 20ος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ 90ος τῆς Ἕκτης, ὁ 15ος τοῦ ἁγίου Πέτρου Ἀλεξανδρείας καὶ ὁ 91ος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἀπαγορεύουν νὰ προσευχώμεθα γονυκλινεῖς τόσον κατὰ τὰς Κυριακὰς ὅλου τοῦ ἔτους, ὅσον καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῶν 50 ἡμερῶν τοῦ Πεντηκοσταρίου. Διὰ ποῖον λόγον; Προσευχόμεθα ὄρθιοι καὶ ὄχι γονατιστοὶ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος εἰς τὸν Κανόνα του, «ὄχι μόνον διότι συνανέστημεν μὲ τὸν Χριστὸν καὶ ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν τὰ οὐράνια καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπενθυμίζωμεν εἰς τοὺς ἑαυτούς μας, μὲ τὴν ὀρθίαν ἐν τῇ προσευχῇ στάσιν μας, τὴν χάριν (τῆς ἀνορθώσεως καὶ λυτρώσεώς μας) ποὺ μᾶς ἔδωσεν ὁ Θεὸς κατὰ τὴν ἀναστάσιμον ἡμέραν τῆς Κυριακῆς (διὰ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου), ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς φαίνεται κάπως ὅτι εἶνε εἰκὼν τοῦ ἐλπιζομένου αἰῶνος,... ὅτι παριστᾷ τὴν μετὰ τὸν παρόντα χρόνον κατάστασιν, τὴν ἀτελεύτητον ἐκείνην ἡμέραν (τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν), τὴν μὴ ἔχουσαν ἑσπέραν, τὴν μὴ ἔχουσαν διαδοχήν, τὸν ἀδιάκοπον καὶ διαρκῆ αἰῶνα... Καὶ ὁλόκληρος δὲ ἡ περίοδος τῆς Πεντηκοστῆς (τῶν 50 ἡμερῶν) εἶνε ἐνθύμησις τῆς ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι προσδοκωμένης ἀναστάσεως... Κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς νὰ προτιμῶμεν μᾶς ἐδίδαξαν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε μὲ τὴν φανερὰν καὶ ἔμπρακτον αὐτὴν ὑπόμνησιν νὰ μᾶς μεταφέρουν, τρόπον τινά, τὸν νοῦν ἀπὸ τὰ παρόντα εἰς τὰ μέλλοντα. Καθ᾿ ἑκάστην δε γονυκλισίαν καὶ ἔγερσιν (ποὺ κάμνομεν τὰς ἄλλας ἡμέρας) φανερώνομεν, μὲ τὸν πρακτικὸν αὐτὸν τρόπον, ὅτι διὰ τῆς ἁμαρτίας κατεπέσαμεν εἰς τὴν γῆν καὶ διὰ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Δημιουργοῦ μας ἐκλήθημεν πάλιν νὰ ὑψωθῶμεν εἰς τὸν οὐρανόν».
       Παρόμοια γράφονται καὶ ἐν τῷ ἔργῳ «Ἀποκρίσεις πρὸς Ὀρθοδόξους» (Ἐρώτησις - Ἀπόκρισις ριε΄), τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται εἰς τὸν ἅγιον Μάρτυρα Ἰουστῖνον:
       «Ἐρώτησις: Ἀφοῦ τὸ νὰ προσευχώμεθα γονυπετεῖς μᾶς δίδει περισσοτέραν παῤῥησίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ περισσότερον ἑλκύῃ τὴν θείαν εὐσπλαγχνίαν παρὰ τὸ νὰ προσευχώμεθα ὄρθιοι, διατί οἱ προσευχόμενοι δὲν γονυπετοῦν κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον ἀπὸ τὸ Πάσχα μέχρι τῆς Πεντηκοστῆς; Ἀπὸ ποῦ δὲ εἰσῆλθεν ἡ συνήθειαν αὐτὴ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν;
       Ἀπόκρισις: Ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη καὶ τὰ δύο νὰ ἐνθυμώμεθα πάντοτε, δηλαδὴ καὶ τὴν πτῶσίν μας εἰς τὰς ἁμαρτίας καὶ τὴν Χάριν τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ ὁποία μᾶς ἐσήκωσεν ἀπὸ τὴν πτῶσίν μας, διὰ τοῦτο ἡ γονυκλισία ποὺ κάμνομεν κατὰ τὰς ἓξ ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος εἶνε σύμβολον τῆς πτώσεώς μας εἰς τὰς ἁμαρτίας· τὸ δὲ νὰ μὴ γονυπετῶμεν κατὰ τὰς Κυριακὰς εἶνε σύμβολον τῆς Ἀναστάσεως, διὰ τῆς ὁποίας, μὲ τὴν Χάριν τοῦ Χριστοῦ, ἠλευθερώθημεν καὶ ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον, τὸν νικηθέντα καὶ νεκρωθέντα. Ἡ συνήθεια δὲ αὐτὴ ἔχει τὴν ἀρχήν της εἰς τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ὡς βεβαιοῖ ὁ μακάριος Εἰρηναῖος, ὁ Μάρτυς καὶ Ἐπίσκοπος Λουγδούνου εἰς τὸν λόγον του «περὶ τοῦ Πάσχα», εἰς τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ ὁποία ἰσοδυναμεῖ μὲ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς (ἔχει δηλαδὴ ἀναστάσιμον χαρακτῆρα), δὲν γονυπετοῦμεν διὰ τὴν αἰτίαν ποὺ προείπομεν ἀνωτέρω περὶ αὐτῆς (τῆς Κυριακῆς)».
       Ἐπίσης παρόμοια γράφει καὶ ἡ «Ὁμολογία τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας» τοῦ Μητροφάνους Κριτοπούλου (κεφ. κδ΄): 

       «Περὶ τοῦ νὰ μὴ κλίνωμεν γόνυ κατὰ τὴν Κυριακὴν καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Πεντηκοστῆς. Οὔτε αὐτὴν τὴν παράδοσιν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι δὲν εἶνε ἀρχαιοτάτη. Διότι ἡ ἁγία πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος ἐξέδωσε περὶ αὐτῆς Κανόνα, ὁ ὁποῖος διατάσσει ὅπως δι᾿ ὀρθίας στάσεως ἀναφέρουν τὰς προσευχάς των πρὸς τὸν Θεὸν ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ τόσον κατὰ τὰς Κυριακὰς ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους ὅσον καὶ καθ᾿ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Πεντηκοστῆς. Εἶπεν αὐτὰ ἡ Σύνοδος ὄχι ὡς νομοθετοῦσα διὰ πρώτην φορὰν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα - διότι ἡ συνήθεια αὕτη ἦτο ἀρχαιοτέρα τῆς Συνόδου -, ἀλλὰ διὰ νὰ τερματίσῃ διαφόρους ἀμφιβολίας ποὺ εἶχαν τότε ἐγερθῆ ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ καὶ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς ὁμόνοιαν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν. Ὁ δὲ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας ἄριστα ἐξήγησε καὶ τὴν αἰτίαν διὰ τὴν ὁποίαν προσευχόμεθα ὄρθιοι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι ὁ Χριστὸς διὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του ἐσήκωσε καὶ ἔστησεν ὀρθίαν τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, ἡ ὁποία διὰ τῆς παρακοῆς τῶν Πρωτοπλάστων εἶχε πλέον πέσει κάτω. Εἰς ἀνάμνησιν λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἀνορθώσεως ἀναπέμπομεν, κατὰ τὰς ἀναστασίμους ἡμέρας, ἐν ὀρθίᾳ στάσει τὰς εὐχαριστίας καὶ δοξολογίας καὶ λοιπὰς προσευχάς μας πρὸς τὸν ἀνορθώσαντα τὴν φύσιν μας. Τὸ αὐτὸ πράττομεν καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Πεντηκοστῆς, ἐπειδὴ ὅλη ἡ περίοδος αὐτὴ εἶναι συνέχεια τοῦ Πάσχα καὶ λέγεται ἀναστάσιμος. Αὐτὰς τὰς παραδόσεις ὅλας τηροῦμεν ἀπ᾿ ἀρχῆς ἕως σήμερον καὶ θὰ τηρήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ...»
 

       Ὡς βλέπει ὅμως ὁ μετὰ προσοχῆς μελετῶν τὰ σχετικὰ κείμενα, τὸ θέμα αὐτῶν εἶνε περὶ τῆς στάσεως κατὰ τὴν προσευχήν. Ἀπαγορεύουν δηλαδὴ οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ γονυκλινῶς προσεύχεσθαι, δὲν ἀπαγορεύουν ὅμως καὶ τὴν ἁπλῆν ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΙΝ. Οὕτως ὁ 20ος Κανὼν τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου λέγει: «Ἐπειδὴ τινές εἰσιν ἐν τῇ Κυριακῇ γόνυ κλίνοντες καὶ ἐν ταῖς τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέραις, ὑπὲρ τοῦ πάντα ἐν πάσῃ παροικίᾳ φυλάττεσθαι, ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ». Ἐκ τῆς τελευταίας φράσεως («ἑστῶτας ἔδοξε τῇ ἁγίᾳ Συνόδῳ τὰς εὐχὰς ἀποδιδόναι τῷ Θεῷ») γίνεται κατάδηλος ἡ ἔννοια τῆς προηγηθείσης φράσεως «γόνυ κλίνοντες»· ἔκλινον γόνυ ὄχι πρὸς ἁπλῆν προσκύνησιν, ἀλλὰ πρὸς «ἀπόδοσιν τῶν εὐχῶν τῷ Θεῷ», ἤτοι πρὸς προσευχήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπαγορεύει ἡ Σύνοδος καὶ ὁρίζει ὅπως ὄχι γονυκλινεῖς, ἀλλ᾿ ἐν ὀρθίᾳ στάσει («ἑστῶτες») ἀναφέρωμεν «τὰς εὐχὰς τῷ Θεῷ».
       Τὰ αὐτὰ διαλαμβάνει καὶ ὁ 90ος τῆς Ἕκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «... μετὰ τὴν ἐν τῷ Σαββάτῳ ἑσπερινὴν τῶν ἱερωμένων πρὸς τὸ Θυσιαστήριον εἴσοδον (σημ.: δηλαδὴ μετὰ τὸ «Φῶς ἱλαρόν...» τοῦ Ἑσπερινοῦ τοῦ Σαββάτου), κατὰ τὸ κρατοῦν ἔθος μηδένα γόνυ κλίνειν μέχρι τῆς ἐφεξῆς κατὰ τὴν Κυριακὴν ἑσπέρας. Καθ᾿ ἣν μετὰ τὴν ἐν τῷ λυχνικῷ εἴσοδον (σημ.: δηλαδὴ μετὰ τὸ «Φῶς ἱλαρόν...» τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς Κυριακῆς), αὖθις τὰ γόνατα κάμπτοντες, οὕτω τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ προσάγομεν». Ἡ τελευταία πάλιν φράσις («τὰ γόνατα κάμπτοντες, οὕτω τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ προσάγομεν») μαρτυρεῖ σαφῶς περὶ τοῦ νοήματος τῆς ἀπαγορεύσεως «μηδένα γόνυ κλίνειν»· νὰ μὴ κλίνῃ μηδεὶς γόνυ διὰ νὰ «προσάγῃ τὰς εὐχὰς τῷ Κυρίῳ», ἤτοι διὰ νὰ προσευχηθῇ, ὄχι ἁπλῶς διὰ νὰ προσκυνήσῃ.
       Καὶ ὁ 91ος Κανὼν τοῦ Μεγάλου Βασιλείου εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ πρὸς τοὺς ἀνωτέρω Κανόνας: «Καὶ ὀρθοὶ μὲν ποιοῦμεν τὰς εὐχὰς ἐν τῇ μιᾷ τοῦ Σαββάτου (δηλαδὴ τῇ Κυριακῇ)..., ἐν τῇ ἀναστασίμῳ ἡμέρᾳ τῆς δεδομένης ἡμῖν χάριτος, διὰ τῆς κατὰ τὴν προσευχὴν στάσεως, ἑαυτοὺς ὑπομιμνήσκομεν... Ἀναγκαίως οὖν τὰς ἐν αὐτῇ (τῇ Κυριακῇ) προσευχὰς ἑστῶτας ἀποπληροῦν τοὺς ἑαυτῆς τροφίμους ἡ Ἐκκλησία παιδεύει... Καὶ πᾶσα δὲ ἡ Πεντηκοστή... ἐν ἧ τὸ ὄρθιον σχῆμα τῆς προσευχῆς προτιμᾶν οἱ θεσμοὶ τῆς Ἐκκλησίας ἡμᾶς ἐξεπαίδευσαν...», κ.λπ., κ.λπ..
       Ὥστε ὁ λόγος περὶ προσευχῆς, ὄχι περὶ ἁπλῆς προσκυνήσεως. Ἀπαγορεύεται ἡ γονυκλινὴς στάσις κατὰ τὴν προσευχήν, δὲν ἀπαγορεύεται ὅμως ἡ προσκύνησις. Ἂν δηλαδὴ αἰφνιδίως ἐνεφανίζετο ἐνώπιόν μας ὁ Κύριος ἐν ἡμέρᾳ Κυριακῇ, εἶνε πλέον ἢ βέβαιον ὅτι δὲν θὰ ἐμένομεν ὄρθιοι· ἀντιθέτως θὰ ἐπίπτομεν, εἰς προσκύνησίν Του, πρηνεῖς πρὸ τῶν ποδῶν Του, χωρὶς οὐδαμῶς νὰ ἀσεβήσωμεν πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας μας. Οὕτω πως καὶ ἄν, κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, ἀποφύγωμεν μὲν νὰ προσευχηθῶμεν γονυπετῶς, ἀρκεσθῶμεν δὲ εἰς προσκύνησιν (εἴτε διὰ βαθείας ὑποκλίσεως εἴτε διὰ προσπτώσεως) τῶν καθαγιασθέντων Τιμίων Δώρων, δὲν παραβαίνομεν τὰς διατάξεις τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὑπάρχουν Ἱερεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναγινώσκουν ὄρθιοι τὴν Εὐχὴν τοῦ καθαγιασμοῦ καί, ἀφοῦ εὐλογήσουν τὰ Τίμια Δῶρα, πίπτουν εἰς τὰ γόνατα καὶ κλίνουν καὶ τὴν κεφαλὴν μέχρι τοῦ ἐδάφους διὰ νὰ προσκυνήσουν λατρευτικῶς τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου· ἀκολούθως ἐγείρονται καὶ συνεχίζουν ὄρθιοι τὴν ἀνάγνωσιν τῆς Εὐχῆς. Αὐτὸς ὁ τρόπος καὶ τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἀθετεῖ καὶ μίαν βαθεῖαν ψυχικὴν ἀνάγκην ἱκανοποιεῖ· τὴν ἀνάγκην δηλαδὴ τῆς λατρευτικῆς προσκυνήσεως τοῦ ἐνώπιόν μας ἤδη εὑρισκομένου, ὑπὸ τὰ εἴδη τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, Βασιλέως καὶ Σωτῆρός μας.
 

       Ὅτι δὲ ἡ Ἐκκλησία μας δὲν ἀπαγορεύει ΚΑΙ τὴν προσκύνησιν, ἀλλὰ ΜΟΝΟΝ τὸ γονυκλινῶς προσεύχεσθαι, κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς, πείθει καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι διὰ τῶν ὕμνων της μᾶς καλεῖ εἰς προσκύνησιν τοῦ Κυρίου μας. Οὕτω π.χ. κατὰ τὴν Μικρὰν Εἴσοδον ψάλλομεν: «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ...», (Προσπίπτω σημαίνει πίπτω εἰς τοὺς πόδας τινός, πίπτω κάτω, ἄρα κάμπτω τὰ γόνατα). Ἐπίσης εἰς τροπάρια ψαλλόμενα κατὰ τὰς Κυριακὰς λέγομεν: «...Σοὶ προσπίπτομεν τῷ Ἀναστάντι ἐκ τάφου...» (Κάθισμα τοῦ α΄ ἤχου), «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν Ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τὸν μόνον ἀναμάρτητον...» (Μετὰ τὸ ἑωθινὸν Εὐαγγέλιον), κ.λπ., κ.λπ.. Ἐπανειλημμένως δέ, κατὰ τὴν θείαν Λειτουργίαν, οἱ Ἱερεῖς «ποιοῦσι μετανοίας», ἤτοι προσκυνήματα, πρὸ τῆς ἁγίας Τραπέζης καὶ τῆς ἱερᾶς Προθέσεως.
 

       Θὰ εἴπῃ τις ἴσως ὅτι ἡ προσκύνησις δὲν σημαίνει πάντοτε τὴν πρόσπτωσιν· σημαίνει κάποτε καὶ τὴν βαθεῖαν ὑπόκλισιν τοῦ σώματος. Σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ ἡ βαθεῖα ὑπόκλισις δὲν εἶνε ὀρθία στάσις! Εἶνε ἑπομένως καὶ ἐκ τούτου προφανὲς ὅτι ἡ ὀρθία στάσις, τὸ «ὄρθιον σχῆμα», τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ Ἐκκλησία μας, ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν προσευχὴν καὶ ὄχι εἰς τὰς στιγμιαίας προσκυνήσεις.
       Ἂς μὴ λησμονῶμεν ἀκόμη ὅτι, κατὰ ῥητὴν ἐπιταγὴν τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ χειροτονούμενοι Κληρικοὶ γονυπετεῖς χειροτονοῦνται, ἔστω καὶ ἂν ἡ χειροτονία των γίνῃ κατ᾿ αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τοῦ ἁγίου Πάσχα. Γονυπετοῦν ὅμως ὄχι διὰ νὰ προσευχηθοῦν, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν ἀθάνατον Βασιλέα, τὸν Παράκλητον, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Ὁποῖον θὰ τοὺς ἐπισκιάσῃ καὶ θὰ ἀποθέσῃ εἰς τὴν πηλίνην ὕπαρξίν των τὸ οὐράνιον χάρισμα τῆς Ἱερωσύνης.
       Τέλος δὲ καὶ ὁ 19ος Κανὼν τοῦ ἁγίου Νικηφόρου λέγει: «Χρὴ χάριν ἀσπασμοῦ γόνυ κλίνειν ἐν Κυριακῇ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Πεντηκοστῇ, οὐ μὴν τὰς ἐξ ἔθους γονυκλισίας ποιεῖν». Δηλαδή: Πρέπει χάριν χαιρετισμοῦ (καὶ ἡ προσκύνησις εἶνε εἶδος χαιρετισμοῦ· χαιρετισμοῦ πρὸς ἀνωτέρους) νὰ κλίνωμεν γόνυ κατὰ τὴν Κυριακὴν καὶ καθ᾿ ὅλην τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς, δὲν πρέπει ὅμως νὰ κάμνωμεν τὰς συνήθεις γονυκλισίας. Ἑρμηνεύων δὲ τὸν ἀνωτέρω Κανόνα ὁ ἅγιος Νικόδημος λέγει: «Αἱ μὲν συνήθεις γονυκλισίαι εἶνε ἐκεῖναι ὅπου γίνονται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ κατὰ τὴν τεσσαρακοστήν, αἱ ὁποῖαι εἶνε ἐμποδισμέναι νὰ μὴ γίνωνται ἐν Κυριακῇ, ὡς δηλωτικαὶ τῆς εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸ θάνατον πτώσεως. Αἱ δὲ χάριν ἀσπασμοῦ γινόμεναι, ὁποῖαι εἶνε ἐκεῖναι αἱ μετάνοιαι ὅπου βάλλουν οἱ ἀναγνῶσται εἰς τοὺς χοροὺς ἢ οἱ ἱερεῖς εἰς τὸν ἡγούμενον καὶ ἀρχιερέα φιλοῦντες τὰς χεῖρας αὐτῶν, αὗται, ὡς μὴ δηλωτικαὶ οὖσαι τοιούτου μυστηρίου, γίνονται καὶ ἐν Κυριακῇ καὶ ἐν τῇ Πεντηκοστῇ».
 

       Ὥστε: Ἀπαγορεύεται μὲν ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας μας τὸ νὰ προσευχώμεθα γονυκλινεῖς κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς ἢ νὰ κάμνωμεν τὰς συνήθεις γονυκλισίας (μετανοίας), ὄχι ὅμως καὶ τὸ νὰ κλίνωμεν βαθέως τὸ σῶμα ἢ καὶ νὰ πίπτωμεν ἐπὶ τῶν γονάτων (ἢ καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους) διὰ προσκύνησιν. Ἐπαναλαμβάνω: διὰ προσκύνησιν, ὄχι διὰ προσευχήν, ὄχι δι᾿ ἀπαγγελίαν Εὐχῶν κ.τ.τ.. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης γράφει ὀρθότατα: «Σημείωσε δὲ ὅτι ὁ παρὼν Κανὼν (20ος τῆς Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν γονυκλισίαν ἐν Κυριακῇ), δὲν λέγει διὰ τὰς γονυκλισίας, τὰς παρ᾿ ἡμῶν κοινότερον ὀνομαζομένας μεγάλας μετανοίας, αἵτινες καὶ προσπτώσεις κυρίως ὀνομάζονται,... ἀλλὰ διὰ τὴν γονυκλισίαν, καθ᾿ ἣν ἐπάνω εἰς τὰ γόνατα κείμενοι προσευχόμεθα, ὅ,τι λογῆς δηλαδὴ κάμνομεν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς ἁγίας Πεντηκοστῆς». 
(Πηδάλιον, ἔκδοσις β΄, Ἐν Ἀθήναις 1841, σελ. 84-84).
 

       Αὐτὰ λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ θέμα τῆς γονυκλισίας κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς. Δὲν πρέπει νὰ γονατίζωμεν διὰ νὰ προσευχώμεθα, δυνάμεθα ὅμως (δὲν λέγω ὀφείλομεν) νὰ γονατίσωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ προσκυνήσωμεν λατρευτικῶς μὲν τὰ Τίμια Δῶρα, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ μας, τιμητικῶς δὲ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, τὰς ἱερὰς Εἰκόνας, κ.λπ..




Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Ἰ. Θεοδωροπούλου
Περίοδος Πεντηκοσταρίου, Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ἔτος 2
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος
Ἔκδοσις Ϛ΄, Ἀθῆναι 2003
(Δεκέμβριος 1972)
Σελίδες 88-98

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2020

ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΟΤΙ Ο ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ ΕΙΝΕ ΘΡΗΣΚΕΙΑ







Σχέδιον Ἐγκυκλίου τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος περὶ Τεκτονισμοῦ

       Πρὸς τὸν εὐσεβῆ Ἑλληνικὸν Λαόν.
       Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, μελετήσασα καὶ πάλιν ἐνδελεχῶς τὸ θέμα τοῦ Τεκτονισμοῦ ἢ Μασωνίας, οὐ μόνον ἔκρινεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν παλαιοτέραν, ἐν ἔτει 1933, καταδίκην αὐτοῦ ὑπὸ τῆς τότε Ἱεραρχίας, ἀλλ᾿ ἐθεώρησεν ἑαυτὴν ὑποχρεωμένην, ὅπως διακηρύττουσα καὶ αὖθις μετὰ κατηγορηματικότητος τὸν θρησκευτικὸν χαρακτῆρα τοῦ Τεκτονισμοῦ, καλέσῃ τοὺς Τέκτονας, ἐπὶ ποινῇ ἀποκοπῆς αὐτῶν ἀπὸ τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα διακόψωσι πάντα δεσμὸν πρὸς αὐτόν.
 

       Καταδικάζει λοιπὸν ἡ Ἱεραρχία τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁμοφώνως τὸν Τεκτονισμὸν ἢ Μασωνισμὸν ὡς θρησκευτικὸν σύστημα ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὸν Χριστιανισμὸν καὶ διακηρύσσει ὅτι εἶνε ἀπολύτως ἀδύνατος ὁ συμβιβασμὸς τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Χριστιανοῦ καὶ τοῦ Τέκτονος. Ὁ Χριστιανὸς πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι, γινόμενος Τέκτων, μεταπηδᾷ εἰς ἑτέραν Θρησκείαν καὶ λατρεύει «Θεῷ ἀλλοτρίῳ», προσβάλλει δὲ καιρίως τὴν Χριστιανικὴν Πίστιν καὶ βλασφημεῖ εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ Θεανδρικὸν Πρόσωπον τοῦ Μοναδικοῦ Σωτῆρος καὶ Λυτρωτοῦ, τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὰς τὰς δύο θέσεις, ὅτι ὁ Τεκτονισμὸς εἶνε Θρησκεία, καθὼς καὶ ὅτι προσβάλλει τὴν Χριστιανικὴν Πίστιν καὶ βλασφημεῖ εἰς τὸ Πρόσωπον τοῦ Κυρίου, θὰ καταδείξωμεν κατωτέρω.


Αποτέλεσμα εικόνας για μασωνια

Α΄
Ὁ θρησκευτικὸς χαρακτὴρ τοῦ Τεκτονισμοῦ


       Τὰ στοιχεῖα τὰ συγκροτοῦντα τὸν θρησκευτικὸν χαρακτῆρα τοῦ Τεκτονισμοῦ εἶνε τὰ ἑξῆς:


       α΄) Πίστις εἰς συγκεκριμένον Ὑπέρτατον Ὄν, ὅπερ καλεῖται «Μέγας Ἀρχιτέκτων τοῦ Σύμπαντος». 

       Χρησιμοποιεῖται δηλαδὴ εἰδικὴ ὁρολογία διὰ τὸν «Θεὸν» τῆς Μασωνίας, προφανῶς ἵνα διακριθῇ οὗτος ἀπὸ τοῦ «θεοῦ» πάσης ἄλλης Θρησκείας, ὅλως δ᾿ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, τοῦ μόνου ἀληθινοῦ. Ὅτι δὲ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἐν Τριάδι προσκυνουμένου Θεοῦ, ἀλλὰ περὶ «Θεοῦ ἀλλοτρίου», μαρτυρεῖ καὶ τὸ γεγονὸς ὅτι αὐτὸν ἀποδέχονται καὶ εἰς αὐτὸν προσεύχονται ἐν τῇ Στοᾷ ὄχι μόνον οἱ ἐκ τῶν Μασώνων Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν Μωαμεθανοὶ καὶ Βουδδισταί. Οὕτω καταντῶσιν οἱ Χριστιανοὶ Τέκτονες νὰ πιστεύωσιν εἰς δύο «θεούς»: Εἰς τὸν Τριαδικὸν Θεὸν τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὡς Χριστιανοί, καὶ εἰς τὸν «Μέγαν Ἀρχιτέκτονα» τῆς Μασωνίας, ὡς Τέκτονες!...
       β΄) Εὐλαβὴς καὶ ἐκτενὴς λατρεία ἐν τῇ Στοᾷ τοῦ εἰρημένου «θεοῦ» τῆς Μασωνίας. 

       Ἰδοὺ δείγματά τινα εὐλαβεστάτων προσευχῶν πρὸς τὸν «Μ.Α.Τ.Σ.» («Μέγαν Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος»): «Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος, εἰς Σὲ τὸν δημιουργήσαντα τὸ Σύμπαν,... ταπεινῶς προσφέρομεν σήμερον νέον δεῖγμα σεβασμοῦ, ἀφοσιοῦντες ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν λατρείαν τῆς ἀληθείας τέκνον ἀγαπητόν... Ἡ ἁγνότης... ἐπεκταθήτω ἐφ᾿ ἡμῶν καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἐλθόντας ἐνταῦθα ὅπως δοξάσωσι τοὺς νόμους Σου... Εὐλόγησον τὰ προϊόντα ταῦτα τῆς γῆς... Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος, δέξαι εὐμενῶς τὰς εὐχὰς ἡμῶν καὶ ἔμπνευσον ἡμᾶς» (Τελετὴ Υἱοθεσίας Λυκιδέως. Βλ. Τυπικὰ τῶν Τεκτονικῶν Λειτουργιῶν καὶ Τελετῶν, σελ. 24-25. Τοῦ λοιποῦ τὸ βιβλίον τοῦτο θὰ ἀναφέρηται διὰ τῶν ἀρχικῶν, ἤτοι Τ.Τ.Λ.Τ.). - «Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος... προσερχόμενοι νῦν ταπεινῶς ὅπως Σοὶ ἐπιδείξωμεν νέον δεῖγμα ἀγάπης, παρουσιάζομεν εἰς τὴν λατρείαν τῆς ἀληθείας συζύγους, οὓς ἐκτιμῶμεν καὶ ἀγαπῶμεν. Κατάπεμψον, ἱκετεύομεν, μίαν τῶν ἀκτίνων τῆς ἀπείρου Σου διανοίας... Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος, δέξαι εὐμενῶς τὰς εὐχὰς ἡμῶν καὶ ἔμπνευσον ἡμᾶς» (Τελετὴ Συζυγικῆς Ἀναγνωρίσεως ἢ Τεκτονικοῦ Γάμου. Αὐτόθι, σελ. 45-46). - «Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος... τὸ πᾶν ζῇ καὶ ἀναπνέει ἐν Σοὶ καὶ διὰ Σοῦ... Εἴθε οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν νὰ ζήσωσιν ἀείποτε μετὰ Σοῦ, ὅπως ἔζησαν καὶ μεθ᾿ ἡμῶν. Εἴθε ὁ θάνατος αὐτῶν νὰ διδάξῃ ἡμᾶς ὅτι θὰ ἀποθάνωμεν καὶ νὰ μᾶς προετοιμάσῃ ὅπως ἀπολαύσωμεν μετ᾿ αὐτῶν εἰς τοὺς πατρικούς Σου κόλπους τῆς ἀληθοῦς αἰωνιότητος... Σοὶ πρέπει αἶνος, ὦ Πάτερ τῶν ἀνθρώπων...» (Τλετὴ Τεκτονικοῦ Μνημοσύνου. Αὐτόθι, σελ. 66-67, 72-73). «Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος, Σὺ ὁ δοτὴρ παντὸς ἀγαθοῦ, εὐλόγησον καὶ ἁγίασον τὰ ὄψα ταῦτα» (Τεκτονικὰ Συμπόσια. Αὐτόθι σελ. 9).
       Ἀναμφιβόλως, ἡ ἐν τῇ Στοᾷ εὐλαβεστάτη λατρεία αὕτη τοῦ «Μ.Α.Τ.Σ.» οὐδὲν ἔχει νὰ «ζηλεύσῃ» ἐκ τῆς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ λατρείας τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ ἡμῶν. Χρησιμοποιεῖ ἀκόμη ἡ Μασωνία καὶ θυμίαμα, ὅπερ ἀπ᾿ ἀρχαιοτάτων χρόνων ἐξελήφθη ὡς προσφορὰ λατρείας εἰς τὸν Θεόν. Εἶνε γνωστὸν ὅτι οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἐθανατοῦντο διὰ μόνην τὴν ἄρνησιν αὐτῶν ὅπως ῥίψωσι θυμίαμα πρὸ τῶν εἰδωλικῶν βωμῶν. Ὅσοι, καμπτόμενοι ὑπὸ τῶν βασανιστηρίων, ἔῤῥιπτον θυμίαμα, ἠλευθεροῦντο πάραυτα, τῆς πράξεως αὐτῶν ταύτης θεωρουμένης ὡς ἀποδοχῆς καὶ λατρείας τῶν ψευδῶν θεῶν τῆς εἰδωλολατρικῆς Ῥώμης.
Θυμίαμα χρησιμοποιεῖ ἡ Μασωνία τόσον κατὰ τὴν Τελετὴν τῆς «Υἱοθεσίας Λυκιδέως» καὶ τὴν Τελετὴν τῆς «Συζυγικῆς Ἀναγνωρίσεως», ὅσον καὶ κατὰ τὰ «Τεκτονικὰ Μνημόσυνα» (Τ.Τ.Λ.Τ. σελ. 24, 54, 70).


       γ΄) Ἀπόλυτος ἀφοσίωσις εἰς τὸν «Μ.Α.Τ.Σ.» καὶ ἀπόλυτος ἐξάρτησις ἐξ αὐτοῦ. 

       Ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη, εἰς οὐδεμίαν Θρησκείαν ὑπάρχει τόσον ἀσφυκτικὴ θεοκρατία ὅσον εἰς τὴν Μασωνίαν. Πᾶν ἐπίσημον Τεκτονικὸν βιβλίον φέρει ἐμφανέστατα ἐπὶ τοῦ ἐξωφύλλου τὰ ἀρχικὰ τῆς φράσεως «Εἰς δόξαν τοῦ Μεγάλου Ἀρχιτέκτονος τοῦ Σύμπαντος». Κατὰ τὸν «Γενικὸν Κανονισμὸν τῆς Γαληνοτάτης Μεγάλης Ἀνατολῆς», ἄρθρον 171, «Πᾶν ἔγγραφον ἐξερχόμενον τῆς Στοᾶς δέον νὰ φέρῃ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν τίτλον «Εἰς δόξαν τοῦ Μεγάλου Ἀρχιτέκτονος τοῦ Σύμπαντος»!
Αἱ ἐργασίαι τῶν Μασώνων εἶνε «καθιερωμέναι πρὸς δόξαν Σοῦ», ἀνακράζει ἐν προσευχῇ πρὸς τὸν «Μ.Α.Τ.Σ.» ὁ Σεβάσμιος κατὰ τὴν Τελετὴν τῶν «Ἐγκαινίων Τεκτονικοῦ Ναοῦ» (Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 83).
       Ὁ Μασῶνος εἶνε κυριολεκτικῶς «Ναὸς» λατρείας· λατρείας ὄχι βεβαίως τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τοῦ «Μ.Α.Τ.Σ.»: «Ἡ καρδία τοῦ μεμυημένου εἶνε τὸ ἱερὸν τῆς πρὸς τὸν Μέγαν Ἀρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος λατρείας του. Τί τὸν ἐνδιαφέρουν λοιπὸν οἱ ἐξωτερικοὶ τύποι, καθορισθέντες ὑπὸ τῶν ἀνθρωπίνων Νόμων, ὅταν φέρῃ τὴν λατρείαν αὐτοῦ ἐν ἑαυτῷ καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ δύναται νὰ ἐξυψωθῇ διὰ τῆς σκέψεως καὶ διὰ τῆς μελέτης μέχρι τῆς ἀπείρου ἀληθείας;» (Τυπικὸν Ἀρείου Πάγου τοῦ 30ου Βαθμοῦ, σελ. 20). Πάντες δ᾿ οἱ Τέκτονες διακηρύττουσι γεγωνυῖᾳ τῇ φωνῇ: «Τιμῶμεν καὶ δοξάζομεν τὸν Μέγαν Ἀρχιτέκτονα τῶν Κόσμων καὶ εὐχαριστοῦμεν Αὐτὸν διὰ τὰς πρὸς ἡμᾶς εὐεργασίας Αὐτοῦ» (Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 32). Ἂν ταῦτα δὲν συνιστῶσι σχέσιν Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου (δηλαδὴ Θρησκείαν), τότε τί συνιστᾷ τὴν τοιαύτη σχέσιν; Τί ἄλλο πράττει πᾶσα Θρησκεία ἀπὸ τοῦ νὰ τιμᾷ, νὰ δοξάζῃ καὶ νὰ εὐχαριστῇ τὸν ἑαυτῆς θεόν;


       δ΄) Ἐπίδειξις εἰδικῆς καὶ ἀποκλειστικῆς εὐνοίας τοῦ «Μ.Α.Τ.Σ.» πρὸς τοὺς Τέκτονας. 

       Ὁ «θεὸς» τῆς Μασωνίας δὲν εἶνε ἀδρανής. Δὲν δέχεται παθητικῶς τὴν λατρείαν καὶ τὴν εἰς αὐτὸν ἀφοσίωσιν τῶν Τεκτόνων. Ἀνταμείβει πλουσίως αὐτούς, χορηγῶν εἰς αὐτοὺς εἰδικὰς δωρεάς. Οἱ Μασῶνοι ἔχουσιν ὅλως ἰδιαιτέρως ἀπαιτήσεις παρὰ τοῦ «Μ.Α.Τ.Σ.». Καὶ πάνυ δικαίως! Θεὸς αὐτῶν εἶνε, φυσικὸν εἶνε νὰ φροντίζῃ ἰδιαιτέρως δι᾿ αὐτούς. Οὕτω διακηρύττουσιν ὅτι ἔλαβον τὴν εἰδικὴν χάριν τῆς κατανοήσεως τοῦ Νόμου τῆς προόδου καὶ τῆς ἀγάπης. Καὶ ἐπὶ λέξει: «Μεγάλε Ἀρχιτέκτον τοῦ Σύμπαντος... εἰς Σὲ τὸν δημιουργήσαντα τὸν ἄνθρωπον καὶ ἐγγράψαντα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ... τὸν Νόμον τῆς προόδου καὶ τῆς ἀγάπης, ἵνα χρησιμεύσῃ αὐτῷ ὡς ὁδηγὸς εἰς τὴν ὁδὸν τῆς εὐτυχίας, πρὸς ἣν Σὺ ηὐδόκησας νὰ ἀτενίσῃ, πρὸς Σὲ ἡμεῖς οἱ Τέκτονες, εἰς οὓς ἐδόθη ἡ χάρις νὰ κατανοήσωσι τὸν ἔξοχον τοῦτον Νόμον...» (αὐτόθι, σελ. 24). Φρονοῦσιν ἀκόμη οἱ Τέκτονες ὅτι, εἰδικῶς φωτιζόμενοι ὑπὸ τοῦ Μ.Α.Τ.Σ., ἀποβαίνουσιν οἱ ἐκφρασταὶ τοῦ θελήματος αὐτοῦ: «... Κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς ἀκτῖνα τῆς ἀπείρου Σου διανοίας, ἵνα αἱ ὁδηγίαι καὶ εὐχαὶ ἡμῶν ἐκφράσωσι τὸ ὕψιστον θέλημά Σου...» (αὐτόθι, σελ. 24). Καὶ πάλιν: «Κατάπεμψον, ἱκετεύομεν, μέχρις ἡμῶν μίαν τῶν ἀκτίνων τῆς ἀπείρου Σου διανοίας ὅπως τὰ παραγγέλματα καὶ αἱ εὐχαὶ ἡμῶν ὦσιν ἡ ἔκφρασις τῆς ὑψίστης θελήσεώς Σου!» (αὐτόθι, σελ. 46). Δηλαδὴ ἡ Μασωνία προβάλλει καὶ ἀξιώσεις θεοπνευστίας!...
Ἀκόμη ἐν τῇ Μασωνίᾳ ὑπάρχει «Φῶς», «δι᾿ οὗ δύναταί τις νὰ διακρίνῃ τὸ ἀληθὲς ἐκ τοῦ ψευδοῦς, τὴν ἀλήθειαν ἐκ τῆς πλάνης, τὸ φῶς δὲ τοῦτο διαλύει τὰ σκότη τῶν προλήψεων, καταδεικνύει ματαίους τοὺς προτέρους φόβους καὶ ἀντικαθιστᾷ τὰς ἐσφαλμένας ψευδεῖς ἢ ἀνοήτους δοξασίας, διὰ γνώσεων ὀρθῶν, ἀλαθήτων καὶ εὐλήπτων εἰς τὴν διάνοιαν καὶ τὴν συνείδησιν, διὰ γνώσεων βασιζομένων ἐπὶ τῆς φύσεως καὶ μεταβαλλουσῶν τὸν ἀνθρώπινον εἰς θεῖον» (αὐτόθι, σελ. 52-53), καθὼς καὶ «ΙΕΡΟΝ ΠΥΡ», ὅπερ ἔχει τὴν δύναμιν «νὰ θερμάνῃ καὶ νὰ ἐξαγνίσῃ τὰς ψυχάς»! (Αὐτόθι, σελ. 82).
       Τέλος οἱ Τέκτονες, ἀπερχόμενοι ἐκ τοῦ κόσμου, πορεύονται «εἰς τοὺς πατρικοὺς κόλπους» τοῦ Μ.Α.Τ.Σ. καὶ ἐκεῖ «ἀπολαύουσι τῆς ἀληθοῦς αἰωνιότητος»! (Αὐτόθι, σελ. 67).


       ε΄) Μετάδοσις θείας εὐλογίας παρὰ τοῦ «Μ.Α.Τ.Σ.» δι᾿ ὑλικῶν στοιχείων. 

       Ὅπως δηλαδὴ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἔχομεν μετάδοσιν θείας Χάριτος δι᾿ αἰσθητῶν στοιχείων (π.χ. ὕδωρ Βαπτίσματος), οὕτω καὶ ἐν τῇ Μασωνίᾳ ἔχομεν μετάδοσιν θείων χαρισμάτων μέσῳ αἰσθητῶν στοιχείων. Κατὰ τὴν τελετὴν τῆς «υἱοθεσίας Λυκιδέως» ὁ Σεβάσμιος τῆς Μασωνίας, «ἐκτείνων τὰς χεῖρας ἐπὶ τοῦ βωμοῦ», ἔνθα εἶνε τοποθετημένα ἄρτος, ὕδωρ, οἶνος καὶ μέλι, δέεται πρὸς τὸν «Μ.Α.Τ.Σ.»: «... Εὐλόγησον ἐπίσης τὰ προϊόντα ταῦτα τῆς γῆς, ἅτινα ἡ ἀγαθότης Σου δωρεῖται ἡμῖν. Δὸς αὐτοις τὴν ἰσχὺν νὰ ἐγχαράξωσιν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Λυκιδέως ἀνεξίτηλον ἀνάμνησιν διαφωτίζουσαν αὐτὸν ἐν ὡριμωτέρᾳ ἡλικίᾳ καὶ καθιστῶσαν αὐτὸν πιστὸς ἐσαεὶ πρὸς τοὺς ὅρους τῆς υἱοθεσίας αὐτοῦ»! (Αὐτόθι, σελ. 24-25). Προσφέρων δ᾿ ἀκολούθως ὁ Σεβάσμιος τὸν οὕτως «εὐλογηθέντα» οἶνον εἰς τὸν Λυκιδέα, λέγει: «Ὁ οἶνος οὗτος, σύμβολον δυνάμεως, ἂς δωρήσῃ εἰς τὴν ψυχήν σου τὸ θάῤῥος ὅπως ἀνθίσταται εἰς τὰς ἀποπλανήσεις καὶ ἐγκαρτερῇ εἰς τὰς δυστυχίας καὶ ἄς σοι ἐμπνεύσῃ τὸν διακαῆ καὶ ἔμμονον ζῆλον τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τὴν σοφίαν τοῦ Μεγάλου Διδασκάλου ἡμῶν Σολομῶντος»! (Αὐτόθι, σελ. 36).
       Κατὰ τὴν μύησιν τοῦ Α΄ Βαθμοῦ τῆς Μασωνίας ὁ πρῶτος Ἐπόπτης λέγει περὶ τοῦ μυουμένου: «Ἂς διέλθῃ, ἀλλ᾿ ἂς καθαρθῇ διὰ τοῦ ὕδατος» (Τυπικὸν Α΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ, σελ. 42).
Ἐν τῇ μυήσει τοῦ 28ου Βαθμοῦ ὁ προεξάρχων τῆς Τελετῆς ἀρχιμασῶνος, «τείνων πρὸς τοὺς νεοφύτους βότρυν σταφυλῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τρώγει καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ῥάγας τινάς, λέγει: Λάβετε, φάγετε. Ὁ βότρυς οὗτος συμβολίζει τὸν καρπὸν τοῦ δένδρου τῆς ζωῆς, ὅστις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ σᾶς καταστήσῃ ὡς ἡμεῖς...»! (Τυπικὸν 28ου Βαθμοῦ, σελ. 39).
 

       Ϛ΄) Χρησιμοποίησις καθαρῶς θρησκευτικῆς ὁρολογίας, ὡς π.χ. ἅγιος, ἐξάγνισις, κάθαρσις, ἀναγέννησις, ἀπολύτρωσις, ἱερότης, οὐράνιος πατρίς, οὐράνιον φῶς, πνευματικὴ τροφή, καρπὸς δένδρου ζωῆς, κ.τ.τ..

       ζ΄) Διεκδικεῖ ἔργον Θρησκείας, ὡς π.χ. εἶνε ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἀνθρώπου «εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος», ὅθεν οὗτος ἐξέπεσεν, ἡ σωτηρία τῆς κοινωνίας ἐκ τοῦ κακοῦ, ἡ μετάδοσις τῆς ἀληθείας, κ.τ.λ., κ.τ.λ.. Ἰδοὺ δείγματά τινα τοιούτων ἀξιώσεων καὶ διεκδικήσεων: «Ἐλέχθη ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἦτο ἔκφυλος, ὅτι ἡ δίοδός του εἰς τὴν γηΐνην ζωὴν ἦτο σειρὰ ἀθλιοτήτων, πόνων καὶ δακρύων καὶ ὅτι εἶχε χάσει τὰ πνευματικὰ δῶρα. Ὁ Τεκτονισμὸς ἱδρύθη ἵνα ἀποκαταστήσῃ αὐτόν. Τοῦτο εἶνε τὸ μέγα ἔργον, εἰς ὅπερ θὰ κληθῆτε νὰ λάβητε μέρος... Ὑπάρχει τι σπουδαιότερον καὶ σεμνότερον τούτου;» (Τυπικὸν Ἀρείου Πάγου τοῦ 30ου Βαθμοῦ, σελ. 21). Καὶ αὖθις: «Διαπνεόμενοι ὑπὸ τοῦ πόθου ὅπως σώσωμεν τὴν ἀνθρωπίνην κοινωνίαν ἐκ τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα κατατρέχουσιν αὐτήν, ὠρκίσθημεν νὰ νικήσωμεν ἢ νὰ ἀποθάνωμεν» (Τυπικὰ τῶν Βαθμῶν 5-9, σελ. 46). Καὶ πάλιν: «Ἂς ἐπανέλθωμεν λοιπὸν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διὰ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τοῖς μεταδώσωμεν τὴν ἀγάπην πρὸς τὸ καθῆκον καὶ τὴν γνῶσιν τῆς ἀληθείας» (Τυπικὸν τοῦ 28ου Βαθμοῦ, σελ. 46-47). Ἀλλὰ «τὴν γνῶσιν τῆς ἀληθείας» μόνον θρησκεία καὶ μάλιστα Θρησκεία ἐξ ἀποκαλύψεως δύναται νὰ μεταδώσῃ! Τέλος ἐν τῇ ἐπισήμῳ «Ἀπαντήσει τῶν Τεκτονικῶν Ἀρχῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος», μετὰ τὴν ἐν ἔτει 1933 καταδίκην τῆς Μασωνίας, διεκηρύσσετο: «Ὁ Τεκτονισμὸς εἶνε ἠθικὴ Ἑταιρεία, τουτέστι παγκόσμιος σύνδεσμος ἀνθρώπων, ὅστις ἐπιδιώκει τὴν ἠθικὴν καὶ κοινωνικὴν βελτίωσιν τῆς ἀνθρωπότητος. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ἐπειδὴ γνωρίζει καλῶς ὁποία εἶνε ἡ διὰ τὸν ἠθικὸν καταρτισμὸν τοῦ ἀνθρώπου σημασία τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἰδέας τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἠθικῆς ἐλευθερίας, ἀπαιτεῖ παρὰ τῶν μελῶν της ἀποδοχὴν τῶν τριῶν τούτων αἰωνίων ἰδεῶν...» (Βλ. βιβλίον τοῦ «Τεκτονικοῦ ἱδρύματος» ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Τεκτονισμός», σελ. 18). Τὸ ὡς ἄνω διαγραφόμενον πλαίσιον εἶνε ὑπεραρκετὸν ἵνα περιλάβῃ μίαν Θρησκείαν...


       η΄) Ἡ καταγωγὴ τοῦ Τεκτονισμοῦ. Αὐτὸς οὗτος ὁ Τεκτονισμὸς μαρτυρεῖ ὅτι δὲν προῆλθεν ἐκ πηγῶν ἀσχέτων πρὸς τὴν Θρησκείαν, ἀλλ᾿ ἐκ πηγῶν ἀκραιφνῶς θρησκευτικῶν καὶ ὅτι διετήρησε τὰ στοιχεῖα ἅτινα παρέλαβεν ἐκ τῆς ἀρχικῆς ἐκκινήσεως αὐτοῦ. Ἰδοὺ τρεῖς ἐπισημόταται καὶ σαφέσταται ὁμολογίαι: «Ὁ Ἐλευθεροτεκτονισμὸς ἔχει διττὴν καταγωγήν,... καὶ δεύτερον ἔκ τινων φιλοσοφικῶν ἢ Μυστικῶν Θρησκευτικῶν Σωματείων, ἅτινα, παρ᾿ ὅλους τοὺς διωγμοὺς τῆς Ἐκκλησίας, διετήρησαν κατὰ τοὺς μέσους χρόνους καὶ κατὰ τὴν Ἀναγέννησιν τὰς παραδόσεις αἱρέσεών τινων τῆς Ἀνατολῆς» (Μεγάλα Συντάγματα, σελ. 5). - «Πρὸς στιγμὴν ἠδύνατό τις νὰ πιστεύσῃ ὅτι τὰ Μυστήρια τοῦ Μίθρα θὰ ἔδιδον εἰς τὴν Δύσιν τὴν Θρησκείαν, τὴν ὁποίαν ἀνέμενεν. Ἀλλ᾿ ἐτέθησαν κατὰ μέρος καὶ ἐνικήθησαν ὑπὸ τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αἱ διδασκαλίαι ὅμως αὐτῶν ἐπέζησαν εἴς τινας αἱρέσεις, ἀναμεμειγμένας μὲ ἰδέας τῶν μανιχαίων, τῶν γνωστικῶν καὶ τῶν καββαλιστῶν. Διὰ τοῦ ἀγωγοῦ δὲ τούτου εἰσήχθησαν καὶ εἰς τὸν Τεκτονισμόν. Οἱ δὲ Ἱππόται τοῦ Ἡλίου (δηλαδὴ οἱ Μασῶνοι τοῦ 28ου Βαθμοῦ) εἶνε οἱ φύλακες παντὸς ὅ,τι ἀληθὲς καὶ ὀρθὸν αἱ παραδόσεις αὗται ἐμπεριέχουν» (Τυπικὸν τοῦ 28ου Βαθμοῦ τοῦ Ἱππότου τοῦ Ἡλίου, σελ. 14). - Τέλος ἡ γνωστὴ θρησκευτικὴ αἵρεσις, ὁ Γνωστικισμός, καθ᾿ οὗ ἐπὶ μακρὸν ἐπάλαισε σκληρῶς ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ἀνακηρύσσεται ὡς «ψυχὴ καὶ μυελὸς τοῦ Ἐλευθεροτεκτονισμοῦ»! (Τυπικὸν Ἀρείου Πάγου τοῦ 30ου Βαθμοῦ, σελ. 41).


       θ΄) Διαχωρισμὸς βαθὺς καὶ οὐσιώδης μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Τεκτονισμοῦ καὶ τῶν μὴ ἀνηκόντων εἰς αὐτόν. Παρόμοιον διαχωρισμὸν ματαίως θὰ ἀνεζήτει τις μεταξὺ ὀπαδῶν καὶ μὴ ὀπαδῶν μιᾶς οἱασδήποτε ἠθικῆς ἢ φιλοσοφικῆς Ἑταιρείας ἢ ἑνὸς προοδευτικοῦ καὶ φιλανθρωπικοῦ Σωματείου. Οἱ Τέκτονες εἶνε, ἐν τῷ παγκοσμίῳ χώρῳ, οἱ ἐκλεκτοί, οἱ ἐξέχοντες, οἱ πεφωτισμένοι, οἱ κεχωρισμένοι, οἱ ἔχοντες ἰδιαζούσας ἰδιότητας καὶ ἰδιάζουσαν ἀποστολήν, οἱ ἐν ἠθικῇ ἀσφαλείᾳ διάγοντες, ἐνῶ πάντες οἱ λοιποί, κἂν εἶνε Χριστιανοί, κἂν μὴ εἶνε, κἂν ἔχωσιν ἀνέλθει εἰς ὕψη ἀνθρωπίνης ἐπιστήμης καὶ σοφίας, κἂν μὴ ἔχωσιν, εἶνε οἱ κοινοί, οἱ ἁπλοῖ, οἱ ἀφώτιστοι, οἱ ἐπισφαλεῖς, οἱ βέβηλοι!
       «Οἱ Ἐλευθεροτέκτονες, ἰσχυροποιοῦντες μεταξύ των αἰσθήματα εἰλικρινῶς ἀδελφικά, ἀποβλέπουν πρὸς ἀλλήλους ὡς πρὸς ἀδελφοὺς καὶ ἐργάζονται ἐν τῷ Τεκτονισμῷ ὡς Ἕνωσις ἀδελφῶν» (Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Τεκτονισμός, σελ. 11). Ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ τοῦ «Γενικοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Ὑπάτου Συμβουλίου» ἀναφέρεται: «Τὸ Τάγμα τῶν Ἐλευθέρων Τεκτόνων εἶνε ἑνιαῖον, ἀποτελεῖ μίαν οἰκογένειαν, καὶ σύγκειται ἐκ τῶν ἀπανταχοῦ γῆς διεσπαρμένων Τεκτόνων, διακρίνεται δὲ εἰς Τεκτονικὰς Ἐθνότητας, ἀῤῥήκτως ἀλλήλαις συνδεομένας, τὰς αὐτὰς πρεσβευούσας ἀρχὰς καὶ ὁμοιοτρόπως ἐνεργούσας». Πᾶς μὴ ὢν Τέκτων, εἶνε «πλανώμενος εἰς τὸν βέβηλον κόσμον, ἐν ᾧ τὰ συγκρουόμενα περὶ αὐτὸν πάθη ἀπειλοῦσι νὰ τὸν σύρωσιν εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ κακοῦ, ἔνθα τόσοι ἄλλοι ἀμύητοι ἀπωλέσθησαν» (Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 26), ἐνῶ ἀντιθέτως «ὁ θόρυβος τοῦ βεβήλου κόσμου καὶ ὁ σάλος τῶν ψευδῶν ἐπιθυμιῶν... δὲν δύνανται νὰ ὑπερπηδῶσι τὴν οὐδὸν τοῦ ἐνδιαιτήματος τῆς Σοφίας», ὅ ἐστιν ἡ Τεκτονικὴ Στοά! (Αὐτόθι, σελ. 29). Ὡς προείπομεν δέ, οἱ Τέκτονες ἔχουσιν ἐν Μασωνίᾳ μοναδικόν τι «φῶς», «δι᾿ οὗ δύναταί τις νὰ διακρίνῃ τὸ ἀληθὲς ἐκ τοῦ ψευδοῦς, τὴν ἀλήθειαν ἐκ τῆς πλάνης, τὸ φῶς δὲ τοῦτο... ἀντικαθιστᾷ τὰς ἐσφαλμένας ψευδεῖς ἢ ἀνοήτους δοξασίας, διὰ γνώσεων ὀρθῶν, ἀλαθήτων,... καὶ μεταβαλλουσῶν τὸ ἀνθρώπινον εἰς θεῖον» (Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 52-53), καθὼς καὶ ἴδιόν τι «ἱερὸν πῦρ», «θερμαῖνον καὶ ἐξαγνίζον τὰς ψυχάς»! (Αὐτόθι, σελ. 82). Αἱ ψυχαὶ δὲ τῶν κεκοιμημένων Τεκτόνων «εἰσέρχονται εἰς τὴν μεγάλην οὐράνιον Στοάν, ὅπου λάμπει πάντοτε τὸ φῶς τὸ ἀνέσπερον»! (Αὐτόθι, σελ. 75). Πρὶν δὲ ἢ γένηταί τις Τέκτων οὐδέποτε ὀνομάζεται ὑπὸ τῶν Μασώνων «Ἀδελφός». Μόνον μετὰ τὴν μύησιν αὐτοῦ καλεῖται πλέον ἀδελφός. Ἐν τῷ «Τυπικῷ τοῦ Α΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ» ὁ ὑπὸ μύησιν τελῶν ὀνομάζεται ὑπὸ τοῦ Σεβασμίου συνεχῶς «Κύριος», ουδ᾿ ἅπαξ δὲ «Ἀδελφός». Μεταβάλλονται ὅμως ἄρδην τὰ πράγματα ἅμα τῷ πέρατι τῆς μυήσεως καὶ τῇ ἀνακηρύξει αὐτοῦ ὡς Τέκτονος: «Πρόσελθε, Ἀδελφέ μου», λέγει πλέον ὁ Σεβάσμιος, «διότι τοῦ λοιποῦ ἡμεῖς οὕτω θὰ σὲ ἀποκαλῶμεν. Πρόσελθε, ὅπως σοὶ δώσω τὸν πρῶτον ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν ἐν ὀνόματι πάντων τῶν ἀδελφῶν»! (Σελ. 52). Σημειωτέον ὅτι ὁ ἐν λόγῳ προσφιλὴς καὶ ἐκλεκτὸς «Ἀδελφὸς» τῶν Χριστιανῶν Μασώνων δυνατὸν νὰ εἶνε Χριστιανός, δυνατὸν ὅμως νὰ εἶνε καὶ Μουσουλμᾶνος, ἢ Ἰουδαῖος ἢ Βουδδιστής, ἐνῶ ὁ μὴ Μασῶνος Ὀρθόδοξος Χριστιανὸς θεωρεῖται ὑπ᾿ αὐτῶν ὡς «βέβηλος»! Ἡ «ἐν Τεκτονισμῷ» ἀδελφότης ὑπέρκειται οὕτω καὶ ὑπερέχει τῆς «ἐν Χριστῷ» ἀδελφότητος ἢ μᾶλλον ἡ πρώτη ἐκμηδενίζει τὴν δευτέραν!...
       Πᾶς δὲ μὴ ὢν Μασῶνος, ἔστω καὶ ἂν εἶνε σπουδαῖος Χριστιανὸς καὶ μέγας ἐπιστήμων, θεωρεῖται ὑπὸ τῶν Μασώνων ὡς ὅμοιος πρὸς «τὸν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πάντων διατελούντα»! (Τυπικὸν τοῦ Α΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ, σελ. 62).
       Ἐν τῇ Τελετῇ τῆς «Υἱοθεσίας Λικιδέως» ὁ Σεβάσμιος λέγει πρὸς τὸν Λικιδέα, ἐνῶ ἀφαιρεῖ ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸν πέπλον δι᾿ οὗ ὁ Λικιδεὺς εἶνε κεκαλυμμένος: «Ἀφαιρεθήτω ἐνώπιον τοῦ φωτοβόλου Ἀστέρος τοῦ Τεκτονισμοῦ ὁ ὑλικὸς πέπλος διὰ τοῦ ὁποίου ὁ βέβηλος κόσμος σὲ περιβάλλει»! (Αὐτόθι, σελ. 27). Ὀλίγον δὲ προηγουμένως ὁ Ῥήτωρ τῆς στοᾶς ἀπεφαίνετο περὶ τοῦ Λυκιδέως: «Μυήσωμεν αὐτὸ εἰς τὸν πνευματικὸν βίον, ὁ καλύπτων τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ πέπλος ἂς ἀφαιρεθῇ καὶ ἂς διδαχθῇ τὸ στόμα αὐτοῦ γλυκεῖς μόνον λόγους νὰ προφέρῃ. Ἐξαγνισθήτω ἡ καρδία του»! (Αὐτόθι, σελ. 27). Οἱ «ἀνάδοχοι» τέλος τοῦ παιδίου (Λικιδέως) παρακαλοῦσι τὸν Σεβάσμιον: «Φίλοι τοῦ τέκνου τούτου, υἱοῦ Ἀδελφοῦ ἡμῶν, ζητοῦμεν δι᾿ αὐτὸ φῶς, προστασίαν καὶ ἐξάγνισιν διὰ τῆς υἱοθεσίας»! (Αὐτόθι, σελ. 28).
Κατὰ τὴν Μασωνίαν πᾶς ἄλλος γάμος, ἄρα καὶ ὁ ἐν Χριστῷ τοιοῦτος, μικρὰν ἀξίαν καὶ σημασίαν ἔχει. Μόνον ὁ «ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς Τεκτονικὰς ἀρχὰς» γάμος «δύναται νὰ μεταβάλλῃ τὸν κόσμον καὶ νὰ καθίσταται ἕνωσις διαρκὴς καὶ ἀδιάλυτος» (Αὐτόθι, σελ. 52). Κατὰ τὰ «Ἐγκαίνια Τεκτονικοῦ Ναοῦ» ὁ Σεβάσμιος, «κατερχόμενος τοῦ θρόνου του, ἀτενίζων τὸν φωτοβόλον Ἀστέρα», δέεται καὶ ἱκετεύει: «Μυστηριῶδες καὶ θεῖον φῶς, πῦρ ἱερόν, ψυχὴ τοῦ Σύμπαντος, αἰωνία ἀρχὴ τῶν κόσμων καὶ τῶν ὄντων, σεπτὸν σύμβολον τοῦ Ὑπερτάτου καὶ Μεγάλου Ἀρχιτέκτονος, φώτισον τὰς διανοίας ἡμῶν καὶ διάχυσον εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν τὸ ζωογόνον πῦρ τοῦ Τεκτονισμοῦ» (Αὐτόθι, σελ. 81). Μετ᾿ ὀλίγον δὲ ὁ Σεβάσμιος «ἀνάπτει τὸ ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τρίφωτον καὶ λέγει: Εἴθε τὰ μυστηριώδη ταῦτα φῶτα νὰ φωτίσωσι τοὺς βεβήλους, οἵτινες θὰ εἰσέλθωσιν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ τούτου καὶ νὰ καταστήσωσιν αὐτοὺς ἱκανοὺς ὅπως κατανοήσωσι τὸ μεγαλεῖον καὶ τὴν ἱερότητα τῶν ἡμετέρων ἐργασιῶν» (Αὐτόθι, σελ. 82). Κατὰ τὴν μύησιν τοῦ Α΄ Βαθμοῦ ὁ Σεβάσμιος λέγει: «Εἴθε δὲ οἱ Ἀδελφοὶ πάντες, ἐπανερχόμενοι εἰς τὸν ἔξω κόσμον, νὰ γνωρίζωνται ἐκ τῶν λόγων, τῶν ἠθῶν καὶ τῶν πράξεων αὐτῶν, ὅτι εἰσὶν ἀληθῆ τέκνα τοῦ Φωτός»! (Τυπικὸν Α΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ, σελ. 56).  Κατὰ τὴν μύησιν τοῦ 28ου Βαθμοῦ κρούεται «ἡ θύρα τοῦ Ναοῦ», εἰς ἐρώτησιν δέ, «τίς ὁ κρούων», δίδεται ἡ ἀπάντησις: «Ὁ Τελετάρχης συνοδεύει τέκνα τοῦ ἐρέβους ζητοῦντα νὰ φωτισθῶσι»! (Τυπικὸν 28ου Βαθμοῦ, σελ. 9). Κατὰ τὴν μύησιν τοῦ 30ου Βαθμοῦ, ἤτοι τοῦ «Ἱππότου Καδώς», ὁ «Μέγας Διδάσκαλος» τῆς Μασωνίας κατηχεῖ τὸν μυούμενον περὶ τῶν ἀρετῶν «ὧν ἡ ἄσκησις εἶνε ἀναγκαία ὅπως καταστῇ ἄξιος τοῦ τίτλου Καδώς, τοὐτέστι τοῦ Ἁγίου, τοῦ ἐξηγνισμένου»! (Τυπικὸν Ἀρείου Πάγου τοῦ 30ου Βαθμοῦ, σελ. 18). Τέλος κατὰ τὴν «Υἱοθεσίαν Λικιδέως» ὁ Σεβάσμιος λέγει πρὸς τοῦ «ἀναδόχους» τοῦ Λικιδέως: «Ἀδελφοὶ ἀνάδοχοι, Σεῖς μὲν γνωρίζετε τὰ τὸν βέβηλον κόσμον συγκλονίζοντα κακά... Ὑπόσχεσθε νὰ ἀκολουθῆτε αὐτὸν ἀγρύπνως ἐν τῷ βεβήλῳ κόσμῳ, καὶ νὰ ἐντυπώνητε ἀπὸ τῆς παιδικῆς αὐτοῦ ἡλικίας εἰς τὸν νοῦν του τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ ἡμετέρου Τάγματος;...» (Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 34).


       ι΄) Πεποίθησις ὅτι συντελεῖται ἀναγέννησις ἐν τῷ Τεκτονισμῷ.     

       Ὁ «μυούμενος» δὲν καθίσταται μέλος ἑνὸς ἁπλοῦ φιλανθρωπικοῦ Σωματείου, μιᾶς κοινῆς ἠθικῆς Ἑταιρείας, ὁσονδήποτε ἀξιολόγου, ἀλλὰ μεταπηδᾷ εἰς ἄλλην ζωήν, γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος, μεταβάλλεται, ἀναγεννᾶται, δηλαδὴ γεννᾶται ἐκ νέου.
       Ὁ Α΄ Βαθμὸς τῆς Μασωνίας θεωρεῖται ὑπ᾿ αὐτῆς ὡς ἀντιστοιχῶν πρὸς «τὰ πρῶτα βήματα τοῦ ἀνθρώπου», πρὸς τὴν ἡλικίαν τοῦ «βρέφους» (Τυπικὸν τοῦ Β΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ, σελ. 4, 13). Ἔχομεν λοιπὸν γέννησιν κατὰ τὴν μύησιν τοῦ Α΄ Βαθμοῦ, ὡς ἄλλωστε ῥητῶς λέγεται τοῦτο καὶ ἐν ἄρθρῳ 134 τοῦ «Γενικοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γαληνοτάτης Μεγάλης Ἀνατολῆς», ὅπερ διακελεύεται ὅτι ἡ μύησις Β΄ καὶ Γ΄ Βαθμοῦ γίνεται ὑποχρεωτικῶς δι᾿ ἕκαστον Τέκτονα μόνον «ἐν τῇ Στοᾷ ἐν ᾗ ἐγεννήθη» οὗτος, ἤτοι ἔλαβε τὴν μύησιν τοῦ Α΄ Βαθμοῦ. Τὸ ἄρθρον 135 τοῦ αὐτοῦ Κανονισμοῦ ὁμιλεῖ πε]ρι «παραιτήσεως ἐκ τῆς μητρὸς Στοᾶς» καὶ «υἱοθεσίας» ὑφ᾿ ἑτέρας Στοᾶς, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Τέκτων ἀλλάξῃ τόπον κατοικίας. Κατὰ τὴν μύησιν τοῦ 28ου Βαθμοῦ ὁ μυούμενος θεωρεῖται ὡς «ἀποβαλῶν τὰς ἀτελείας τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, διὰ νὰ ἀναγεννηθῇ εἰς μίαν νέαν ζωὴν τοῦ τελείου Τέκτονος»! (Τυπικὸν 28ου Βαθμοῦ, σελ. 22).
       Χαρακτηριστικὸν δ᾿ εἶνε ὅτι ἡ μύησις τῆς Μασωνίας, οἱονεὶ ὡς μετέχουσα θείου τινὸς στοιχείου, ἐγκολάπτει (ὅπως π.χ. τὸ Μυστήριον τοῦ Βαπτίσματος τῆς Ἐκκλησίας) ἀνεξάλειπτον σφραγῖδα ἐν τῇ ψυχῇ ἑκάστου Τέκτονος, ἥτις σφραγὶς καὶ διατηρεῖται ἐσαεί, ἔστω καὶ ἂν ὁ Τέκτων ἀποχωρήσῃ ἐκ τῆς Μασωνίας. Τὸ «Σύνταγμα τῆς Γαληνοτάτης Μεγάλης Ἀνατολῆς» ἐν ἄρθρῳ 14ῳ δὲν διστάζει νὰ διακηρύξῃ ὅτι οἱ Τέκτονες, ἀκόμη καὶ οἱ ἀποπεμπόμενοι ἐκ τοῦ Τεκτονισμοῦ, «διατηροῦσι πάντοτε τὸν Τεκτονικὸν χαρακτῆρα ἀνεξίτηλον»!...



Αποτέλεσμα εικόνας για μασωνια

Β΄
Ὁ ἀντιχριστιανικὸς χαρακτὴρ τοῦ Τεκτονισμοῦ


       Ἀπεδείχθη διὰ τῶν ἀνωτέρω ἡλίου φαεινότερον ὅτι ὁ Τεκτονισμὸς ἔχει θρησκευτικὸν χαρακτῆρα, ὅτι εἶνε Θρησκεία! Τοῦτο καὶ μόνον εἶνε πλέον ἢ ἱκανὸν ὅπως ἀποκλείσῃ διὰ τείχους σινικοῦ τὴν εἰς αὐτὸν προσχώρησιν παντὸς μέλους τῆς ἁγίας ἡμῶν Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Οὐδεὶς Χριστιανὸς δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς δύο Θρησκείας. Οὐχ ἧττον ὅμως δὲν θεωροῦμεν ἄσκοπον ὅπως ἐνδεικτικῶς ἐπισημάνωμεν στοιχεῖα τινὰ ἀποτελοῦντα ἄμεσον καὶ εὐθείαν προσβολὴν ὑπὸ τῆς Μασωνίας τοῦ Θεανδρικοῦ Προσώπου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ σωτηριώδους καὶ λυτρωτικοῦ Αὐτοῦ Ἔργου, τοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐπιτελουμένου.


       α΄) Καθῆκον ἐν πρώτοις παντὸς πιστοῦ, καθῆκον ἱερώτατον καὶ ἐπιτακτικώτατον, εἶνε ἡ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ τόπῳ, ἡ ἄνευ ὅρων καὶ ὁρίων, ὁμολογία τοῦ Ἰησοῦ ὡς Θεανθρώπου Λυτρωτοῦ καὶ Σωτῆρος. «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν Ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων», εἶπεν ὁ Κύριος, «ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ Πατρός Μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθαῖον Ι΄ 32). Ἔρχεται ὅμως ἡ Μασωνία καὶ λέγει πρὸς τοὺς Χριστιανοὺς μέλη αὐτῆς: Ἀπαγορεύεται ἐντὸς τῶν κόλπων μου ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ! «Ὁ Ἐλευθεροτεκτονισμός... ἀποκλείει πᾶσαν ἐν ταῖς Στοαῖς συζήτησιν ἐπὶ θρησκευτικῶν... ζητημάτων» (Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Τεκτονισμός, σελ. 11). Πῶς εἶνε λοιπὸν δυνατὸν νὰ μετέχῃ ὁ πιστὸς εἰς τὴν Μασωνίαν, καὶ ἂν αὕτη δὲν ἦτο Θρησκεία, ὑπὸ τοιαύτας προϋποθέσεις καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους; Ὁ πράγματι πιστὸς οὐδένα ὅρον καὶ οὐδὲν ὅριον δέχεται διὰ τὴν ὑπ᾿ αὐτοῦ ὁμολογίαν τοῦ Χριστοῦ. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει καταντᾷ ἀρνητής!


       β΄) Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶνε ἄρτιος καὶ τέλειος καὶ ἀνεπίδεκτος προσθηκῶν καὶ συμπληρώσεων. Ἡ Μασωνία ὅμως προσφέρει «Τέχνην τὴν ὁποίαν οἱ Τέκτονες χρησιμοποιοῦν πρὸς βελτίωσίν των, πνευματικὴν καὶ ἠθικήν, ἐπιπροσθέτως βεβαίως πρὸς τὴν ὑπὸ τῆς Θρησκείας ἑνὸς ἑκάστου ὁριζομένην» (Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Τεκτονισμός, σελ. 69). Ἀλλὰ καὶ μόνη ἡ σκέψις ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ εἶνε ἀπολύτως ἐπαρκῆ πρὸς πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν βελτίωσιν καὶ τελείωσιν τοῦ ἀνθρώπου τὰ ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ θεανθρωπίνου αὐτοῦ Καθιδρύματος, παρεχόμενα, ἀποτελεῖ βλασφημίαν. Ἡ δ᾿ ἀναζήτησις, εἴτε εἰς τὴν Μασωνίαν εἴτε ἀλλαχοῦ, «ἐπιπροσθέτου τέχνης» συνιστᾷ ἔγκλημα ἀρνήσεως τοῦ Χριστοῦ!
Σκοπὸς τοῦ Τεκτονισμοῦ, καθ᾿ ἃ οὗτος διακηρύσσει, εἶνε «ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ βελτίωσις τῶν μελῶν του διὰ τῆς αὐτογνωσίας, τῆς ἐρεύνης τῆς ἀληθείας, τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀρχῶν τῆς Τεκτονικῆς Ἠθικῆς» (Ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ Τεκτονισμός, σελ. 11). Ἀλλ᾿ ὁ σκοπὸς οὗτος («ἡ ἠθικὴ καὶ πνευματικὴ βελτίωσις τῶν μελῶν του») συμπίπτει πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιδιώκει: τὴν διὰ τῆς Χάριτος τοῦ Λυτρωτοῦ πνευματικὴν καὶ ἠθικὴν ἀναγέννησιν τῶν μελῶν αὐτῆς. Πῶς δύναται λοιπὸν ὁ πιστὸς νὰ ζητῇ τὴν πνευματικὴν αὐτοῦ βελτίωσιν καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐκκλησίας; Δὲν καταγγέλλει οὕτως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τὸν Ἀρχηγὸν Αὐτῆς Ἰησοῦν Χριστὸν ἀνεπάρκειαν πραγματώσεως τῶν τεθέντων σκοπῶν; Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ βλασφημίαν! Πλὴν τούτου, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος ἐν τῇ Μασωνίᾳ «διὰ τῆς ἐρεύνης τῆς ἀληθείας», ὡς λέγει αὕτη, ἀφοῦ ἐκ προοιμίου ἡ Μασωνία ἀποκλείῃ ἐν ἑαυτῇ, ὅπως εἴδομεν προηγουμένως, «πᾶσαν συζήτησιν ἐπὶ θρησκευτικῶν ζητημάτων», ἄρα πᾶσαν συζήτησιν περὶ τοῦ Ἰησοῦ, τῆς μοναδικῆς ἐν οὐρανῷ καὶ γῇ Αὐτοαληθείας; Ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τῶν Τεκτονικῶν Στοῶν συναποκλείει αὐτομάτως πᾶσαν δυνατότητα «ἐρεύνης τῆς ἀληθείας» ἐν τῷ Τεκτονισμῷ, δεδομένου ὅτι διὰ πάντα πιστὸν μόνος ὁ Ἰησοῦς καὶ οὐδεὶς ἄλλος εἶνε ἡ «ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωὴ» (Ἰωάννου ΙΔ΄ 6). Ἡ σκέψις, ὅτι εἶνε δυνατὸν νὰ εὕρωμε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐκτὸς τοῦ Ἰησοῦ, στοιχειοθετεῖ ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας Αὐτοῦ.


       γ΄) Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει καὶ διακηρύσσει ὅτι ἡ τελείωσις τοῦ ἀνθρώπου ἄνευ τῆς Χάριτος τοῦ ἐν Τριάδι Θεοῦ εἶνε ὅλως ἀδύνατος. «Χωρὶς Ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», εἶπεν ὁ Κύριος (κατὰ Ἰωάννην ΙΕ΄ 5). Ἐν τῇ Μασωνίᾳ καίτοι οὐδ᾿ ἴχνος Χριστοῦ καὶ Χάριτος Αὐτοῦ ὑπάρχει, ἐν τούτοις πολὺς λόγος γίνεται περὶ «ἠθικῆς καὶ πνευματικῆς βελτιώσεως», περὶ «τελείας ζωῆς», περὶ «ὑπερτάτης τελειότητος», κ.τ.τ.. Ἡ συμμετοχὴ ἑπομένως τοῦ Χριστιανοῦ εἰς τὴν Μασωνίαν ἀποτελεῖ αὐτομάτως διάψευσιν τοῦ Κυρίου, ἄρα ἄρνησιν Αὐτοῦ.


       δ΄) Ὁ Χριστιανὸς πιστεύει ὅτι, βαπτισθείς, ἐκαθαρίσθη, ἐξηγνίσθη, ἡγιάσθη, ἐλυτρώθη, ἀπέβη τέκνον τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀληθείας. Εἰσερχόμενος ὅμως εἰς τὴν Μασωνίαν γίνεται δεκτός, ὡς «βέβηλος», ὡς «ἀκάθαρτος», χρήχων τῶν «καθαρμῶν» καὶ «ἐξαγνισμῶν» τῆς Μασωνίας, ὡς τέκνον τοῦ σκότους, δεόμενος, πρὸς διάκρισιν «ἀληθοῦς καὶ ψευδοῦς», «ἀληθείας καὶ πλάνης», τοῦ Τεκτονικοῦ «φωτὸς» καὶ τῶν «ὀρθῶν καὶ ἀλαθήτων γνώσεων» τῆς Μασωνίας, δι᾿ ὧν «μεταβάλλεται τὸ ἀνθρώπινον εἰς θεῖον», ὡς «πλανώμενος εἰς τὸν βέβηλον κόσμον», ὡς «ἀπειλούμενος νὰ συρθῇ εἰς τὴν ἄβυσσον τοῦ κακοῦ» καὶ ἔχων ἀνάγκην «φωτισμοῦ» καὶ «ὁδηγίας» παρὰ τῆς Μασωνίας, ὡς «τυφλὸς» ἀναζητῶν «τὸ φῶς», ὡς «ἀμύητος» ἔχων ἀνάγκην νὰ «μυηθῇ εἰς τὸν πνευματικὸν βίον», κ.τ.λ., κ.τ.λ., κ.τ.λ.. Ταῦτα πάντα, ἅτινα ἐσχολιάσαμεν καὶ ἐν τοῖς προηγουμένοις, συνιστῶσι παντελῆ ἀναίρεσιν τῆς Χριστιανικῆς Πίστεως, τελείαν ἐξουδένωσιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς καὶ γενικῶς ἀνατροπὴν τῆς Ἐκκλησίας καὶ κατεξευτελισμὸν τοῦ σωτηρίου ἔργου αὐτῆς.
Ἂν τὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας στερῶνται φωτὸς καὶ ἀληθείας καὶ ἐξαγνισμοῦ καὶ πνευματικοῦ βίου καὶ ὀρθῶν γνώσεων κ.τ.τ. καὶ εὑρίσκωσιν αὐτὰ ἀλλαχοῦ, τότε ἡ Ἐκκλησία εἶνε οὐ μόνον περιττὸς καὶ ἄχρηστος Ὀργανισμός, ἀλλὰ καὶ (τὸ ὀλιγώτερον!) ἄξιος πάσης περιφρονήσεως ὡς ἐξαπατῶν τὰ μέλη αὐτοῦ!


       ε΄) Θεμελιῶδες Δόγμα τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶνε ὅτι ἡ «καταλλαγὴ» ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ, ἡ «προσαγωγὴ πρὸς τὸν Πατέρα» πάντων ἡμῶν, ἐπετεύχθη διὰ τῆς θυσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Δὲν λυτρούμεθα, δὲν σῳζόμεθα, δὲν θεούμεθα, δὲν εἰσαγόμεθα εἰς τὴν εἰρήνην καὶ τὴν χαρὰν τοῦ Παραδείσου, εἰμὴ μόνον ὑπὸ Χριστοῦ, διὰ Χριστοῦ καὶ ἐν Χριστῷ. Ὁ Τεκτονισμὸς ὅμως κηρύττει τὴν αὐτολύτρωσιν, τὴν αὐτοδικαίωσιν, τὴν αὐτοσωτηρίαν! Ἡ «ἀθάνατος ψυχὴ» τῶν κεκοιμημένων Τεκτόνων «γίνεται ἀξία» ὅπως μετὰ θάνατον «ἀπολαύσῃ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς χαρᾶς», οὐχὶ δυνάμει τῆς λυτρωτικῆς Θυσίας τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ δυνάμει «τῶν ἐνδελεχῶν αὐτῆς σπουδῶν πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀληθείας»!!! (Τεκτονικὸν Μνημόσυνον, Τ.Τ.Λ.Τ., σελ. 72-73). Ἀλλ᾿ ἄν τις εἰσέρχηται εἰς τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ τὴν ἐν αὐτῇ εἰρήνην καὶ χαρὰν δι᾿ ... «ἐνδελεχῶν σπουδῶν πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀληθείας», τότε τίς ἡ ἀξία καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς καὶ ποῖον τὸ νόημα τῆς Θυσίας τοῦ Χριστοῦ; Αὕτη ἀθετεῖται καὶ ἐξουδενοῦται ἀπολύτως. Ποῖον δὲ εἶνε τὸ «φῶς» αὐτὸ καὶ ποία ἡ «ἀλήθεια» αὐτή, ὧν ἡ ἀναζήτησις καὶ μάλιστα «δι᾿ ἐνδελεχῶν σπουδῶν», καθιστᾷ τινα ἄξιον ὅπως ἀπολαύσῃ τῆς μετὰ θάνατον «εἰρήνης καὶ χαρᾶς»; Εἶνε ὁ Χριστός; Βεβαίως ὄχι, διότι, ὡς εἴπομεν, ἡ Μασωνία ἔχει ἐξορίσει παντελῶς ἐξ αὐτῆς τὸν Χριστόν. Ἄλλωστε ὁ Χριστὸς εἶνε ζῶν καὶ ὁλόκληρος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναζητηθῇ ὁπουδήποτε ἀλλαχοῦ. Ποῖον λοιπὸν εἶνε τὸ «φῶς» αὐτὸ καὶ ἡ «ἀλήθεια» αὐτή; Προφανῶς καὶ αὐτονοήτως ὁ Τεκτονισμός!


       Ϛ΄) Ἐν σελίδι 67 τοῦ «Τυπικοῦ τοῦ Α΄ Συμβολικοῦ Βαθμοῦ» ἀναγράφεται ὅτι «ὁ Τέκτων ὀφείλει νὰ ἐργάζηται διαρκῶς πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας». Ἡ ἀλήθεια ὅμως δὲν ἀνακαλύπτεται, ἀλλ᾿ ἀποκαλύπτεται! Ἀπεκαλύφθη δὲ ἐν τῷ Προσώπῳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὁ Τεκτονισμὸς ἀρνούμενος τοῦτο, καλεῖ τὰ μέλη αὐτοῦ (μεταξὺ δὲ τούτων εἶνε φεῦ! καὶ Χριστιανοί!...) νὰ «ἐργάζωνται πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας»! Ἀλλ᾿ οὕτως ἀποβαίνουσιν, οἱ Χριστιανοὶ Μασῶνοι, ἀρνηταὶ τοῦ Χριστοῦ!


       ζ΄) Ἐν σελ. 61 τοῦ ὡς ἄνω βιβλίου λέγεται ὅτι ἔχει μὲν πᾶσα Ἠθικὴ ὡς βάσιν τὴν πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπην, ὅπως καὶ ἡ «Τεκτονικὴ Ἠθική», ἀλλ᾿ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ Τεκτονισμοῦ ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι οὗτος «εἶνε ἡ καταλληλοτέρα πρὸς διδασκαλίαν αὐτῆς μέθοδος». Ὑπερτερεῖ λοιπὸν ὁ Τεκτονισμὸς ἐν τῇ ἠθικῷ πεδίῳ καὶ αὐτοῦ τοῦ Χριστιανισμοῦ!...


       η΄) Ἐν σελ. 16 τοῦ «Τυπικοῦ τοῦ 28ου Βαθμοῦ» ὁ προεξάρχων τῆς Τελετῆς τῆς μυήσεως ἀρχιμασῶνος λέγει: «Ἀδελφὲ τῆς Ἀληθείας, σὺ ὅστις παριστᾷς ἐνταῦθα τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως, τὸ ἐσωτερικὸν φῶς, τὸ ὁποῖον φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, ἐμπιστεύομαι τὸν νεόφυτον εἰς τὴν φύλαξίν σου». Τὸ Εὐαγγέλιον διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστὸς, καὶ μόνον Αὐτός, εἶνε «τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὃ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον (κατὰ Ἰωάννην Α΄ 9). Ἡ Μασωνία, διαψεύδουσα τὸ Εὐαγγέλιον, ἀποφαίνεται ὅτι τὸ «ΦΩΣ» αὐτὸ δὲν εἶνε ἄνωθεν, δὲν εἶνε ὁ Χριστός, καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἀλλ᾿ εἶνε «ἔσωθεν» («ἐσωτερικὸν φῶς») καὶ εὑρίσκεται ἐν ἑαυτῇ (τῇ Μασωνίᾳ)!...


       θ΄) Ἐν σελ. 25 τοῦ «Τυπικοῦ Ἀρείου Πάγου τοῦ 30ου Βαθμοῦ» ὁ Μέγας Διδάσκαλος φθέγγεται ταῦτα τὰ βλάσφημα καὶ καταλυτικὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅστις οὕτως ἐξισοῦται πρὸς οἱανδήποτε φιλοσοφίαν ἢ ἀνθρωπίνης ἐμπνεύσεως Θρησκείαν: «Ἕτερον πόρισμα τῆς διδασκαλίας ἡμῶν εἶνε ὅτι πάντα τὰ μεταφυσικὰ συστήματα τείνουσι νὰ φθάσωσι πρὸς τὴν ἀπόλυτον πραγματικότητα, ΟΥΔΕΝ ἐν τούτοις δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι κατέχει τὴν τελικὴν καὶ πλήρη ἀλήθειαν»!!!


       ι΄) Τέλος ἐν σελ. 9 τοῦ «Τυπικοῦ τοῦ 18ου Βαθμοῦ» γράφονται τὰ ἑξῆς φρικτὰ περὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅστις ἐκλαμβάνεται βλασφήμως ἐν ἠθικῇ («ἀλληγορικῇ») ἐννοίᾳ ὡς «Υἱὸς τοῦ Θεοῦ», ὅπως πᾶς ἄνθρωπος, καὶ οὐχὶ ἐν πραγματικῇ καὶ φυσικῇ ἐννοίᾳ: «Ἐν τῷ τύπῳ τῆς προσευχῆς, «Πάτερ ἡμῶν» εἶπε, καὶ οὐχὶ «Πάτερ μου», διδάξας διὰ τούτου τὴν πίστιν ὅτι ὁ Θεὸς εἶνε κοινὸς πατὴρ ἁπάντων τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑπὸ τὴν ἀλληγορίαν ταύτην καλεῖται Υἱὸς τοῦ Θεοῦ»!!! Καὶ ἂν οὐδὲν ἄλλο στοιχεῖον εἶχεν ἡ Ἐκκλησία, ἤρκει μόνη ἡ ὡς ἄνω ἐπίσημος Μασωνικὴ δήλωσις ἵνα ὁδηγήσῃ αὐτὴν εἰς ἀποκήρυξιν καὶ καταδίκην τῆς Μασωνίας.






       Ταῦτα πάντα φέρουσα εἰς γνῶσιν τοῦ εὐσεβοῦς Πληρώματος ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καλεῖ ὅσους ἐνεπλάκησαν ἐξ ἀγνοίας καὶ καλῆς πίστεως εἰς τὰ δίκτυα τοῦ ἀντιχρίστου Τεκτονισμοῦ, ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιστα ἀπομακρυνθῶσιν ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐν μετανοίᾳ προσπέσωσιν εἰς τοὺς Πόδας τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ὅσοι τυχὸν παρακούσωσι τῆς φωνῆς τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας καὶ προκρίνωσι τὴν ὑπακοὴν εἰς τὴν φωνὴν τῆς «Μητρὸς Στοᾶς», ἂς γνωρίζωσιν ὅτι θὰ ἀποκοπῶσι πλέον ἀπὸ τοῦ Σώματος Αὐτῆς. Οὐ μόνον τῶν ἱερῶν τῆς Ἐκκλησίας Μυστηρίων θὰ στερηθῶσιν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐξοδίων εὐχῶν, καθὼς καὶ τῶν ὑπὲρ αὐτῶν ἱερῶν Μνημοσύνων.
Εὐχόμενοι ὅπως μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀδήριτον αὐτὴν ἀνάγκην, ἀλλὰ προληφθῶμεν ὑπὸ τῆς ἀνανήψεως καὶ μετανοίας τῶν Τεκτόνων, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὸν φωτισμόν, τὴν εὐλογίαν καὶ τὸ ἄπειρον ἔλεος τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός, τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ, Ὧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

Ὅσοι ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Θεός δέν τιμωρεῖ, οὐσιαστικῶς βλασφημοῦν, ἔστω καί ἄν δέν τό ἀντιλαμβάνωνται

       Î‘ποτέλεσμα εικόνας για καταστροφη σοδομων


       Ἴσως ἡ πλέον παρεξηγημένη λέξις, ποὺ κυκλοφορεῖ εἰς τὰ κείμενα ποὺ ἀναφέρουν θέματα περὶ τοῦ Θεοῦ, εἶνε ἡ «τιμωρία»!
Αὐτὸ συμβαίνει διὰ πολλοὺς λόγους, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων οἱ ἑξῆς:
α΄) Ἡ ἄγνοια τῆς ἑτυμολογίας τῆς θαυμασίας αὐτῆς ἑλληνικῆς λέξεως,
β΄) Ἡ ταὔτισις τῆς λέξεως αὐτῆς μὲ τὴν λέξιν «ἐκδίκησις», ἡ ὁποία περιέχει τὸ στοιχεῖον τῆς κακίας, τῆς ἐμπαθείας, τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης, τῆς ἀπουσίας συγχωρήσεως,
γ΄) Ἡ ἄγνοιά μας διὰ τὸ πῶς ἐνεργεῖ ὁ Θεός, καὶ ἡ ταύτισις τοῦ τρόπου ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἰδικόν μας τρόπον, τὸν ἀνθρώπινον καὶ ἐμπαθή.

       Ἂς ἴδωμε λοιπὸν τὴν ἑτυμολογίαν τῆς λέξεως «τιμωρία»:

Τιμωρία = τιμὴ + ὤρα 
(ὤρα, μὲ ψιλήν, ποὺ σημαίνει φροντίς, ἐξ ἧς καὶ θυρωρός, ὀλιγωρία, ἀκταιωρός, κ.λπ.).
Δηλαδή, ἡ τιμωρία εἶνε ἡ φροντὶς διὰ τὴν τιμήν, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν!

Τὸ πλέον γνωστὸν παράδειγμα τιμωρίας τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους καὶ ταὐτοχρόνως τὸ πλέον σκανδαλῶδες εἶνε ἡ περίπτωσις τῆς καταστροφῆς τῆς Πενταπόλεως [Σόδομα, Γομόῤῥα, Ἀδαμά, Σεβωΐμ (ἢ Σεβωεὶμ) καὶ Σηγὼρ (ἢ Βαλὰκ)]. Βάσει τῆς ἑτυμολογίας τῆς λέξεως «τιμωρία», ποία μεγαλυτέρα φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ θὰ ἠμποροῦσε νὰ ὑπάρξῃ διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ἀπὸ τὸ νὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ τὴν ζωήν, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἀτιμάζουν πλέον τὰ σώματά τους μὲ τὴν αἰσχρὰν πρᾶξιν τῆς ἀρσενοκοιτίας, ἐκμηδενίζοντας τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἀνθρωπίνης τους φύσεως; Ἂν δὲ σκανδαλίζῃ ὁ τρόπος τῆς τιμωρίας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν μὲ βροχὴν πυρὸς καὶ θείου (θειαφιοῦ), μᾶλλον αὐτὸ ἔγινε διὰ χάριν ὅλων τῶν μεταγενεστέρων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντιλαμβάνοντο τὴν βδελυρότητα τῆς ἁμαρτίας ἐκείνης ἀπὸ τὸν παραφύσιν καὶ σκληρὸν τρόπον τῆς τιμωρίας. Διότι διὰ τοὺς ἰδίους τοὺς τιμωρημένους, πόσην σημασίαν θὰ εἶχεν ὁ τρόπος τῆς θανατώσεώς τους, ἀφοῦ ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἐκ τοῦ σώματος εἶνε οὕτως ἢ ἄλλως ὀδυνηρός;

       Συνεπῶς, ἂς μὴ μᾶς σκανδαλίζῃ ἡ λέξις "τιμωρία" ποὺ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν Θεὸν ὅταν ὁ ἄνθρωπος παρεκκλίνῃ ἀπὸ τὴν ὁδὸν τῆς σωτηρίας. Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶνε πολὺ πλουσία, ὄχι μόνον εἰς ὄγκον λέξεων ἀλλὰ καὶ νοημάτων. Ἁπλῶς ἡμεῖς τὴν ἀγνοοῦμε καὶ παρεξηγοῦμεν ὁρισμένα πράγματα. Εὐτυχῶς ποὺ ὁ Θεὸς φροντίζει διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, καὶ δὲν μᾶς ἐγκαταλείπει εἰς τὸ ἔλεος τοῦ μισοκάλου.

       Οἱ δὲ ἄνθρωποι ποὺ ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Θεὸς δὲν τιμωρεῖ, οὐσιαστικῶς βλασφημοῦν τὸν Θεόν, ἔστω καὶ ἐξ ἀγνοίας τους, ἀφοῦ λέγοντας αὐτὸ εἶνε ὡσὰν νὰ λέγουν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν φροντίζει διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ γενικῶς δὲν προνοεῖ διὰ τοὺς ἀνθρώπους! Λοιπόν, ὁ Θεὸς προνοεῖ διὰ τοὺς ἀνθρώπους μὲ ἀπείρους τρόπους, εἷς ἐκ τῶν ὁποίων καὶ ἡ τιμωρία.

       Ἀκολουθοῦν δύο ὁμιλίαι περὶ τιμωρίας τοῦ Θεοῦ. 
Ἡ πρώτη ἐκ τοῦ μακαριστοῦ πατρὸς Ἀθανασίου Μυτιληναίου καὶ ἡ δευτέρα ἐκ τοῦ μακαριστοῦ Νικολάου Σωτηροπούλου:






Παρασκευή 19 Ιουλίου 2019

Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ (1ον Μέρος)

Αποτέλεσμα εικόνας για ορθοδοξοι και καθολικοι


       Φίλος Ἱεράρχης μεθ᾿ οὗ συνεζητοῦμεν πρό τινῶν μηνῶν, λάβρως ἐπετίθετο καθ᾿ ἡμῶν τῶν περὶ τοὺς «Τρεῖς Ἱεράρχας» διὰ τὸν ἔλεγχον ὃν ἀσκοῦμεν ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ. 
- «Ὄχι, φίλε μου», διετείνετο, «δὲν ἐπιτρέπεται ὁ ἔλεγχος. Δὲν ἔχετε οὐδὲν ἀπολύτως δικαίωμα νὰ ἐλέγχετε».
- «Σεβασμιώτατε», ἀντιπαρετηρήσαμεν, «τὸ θέμα εἶνε μέγα. Διὰ τοῦτο ἀρκούμεθα εἰς μίαν καὶ μόνον ἐρώτησιν: Ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ Χριστιανικοῦ Ἰδεώδους εἶνε οἱ ἀθάνατοι Πατέρες. Αὐτοὺς ἂς λάβωμεν ὡς μέτρον καὶ ὡς κριτήριον. Λοιπὸν ἐρωτῶ ὑμᾶς: Ἤλεγχον, δριμύτατα μάλιστα, οἱ Πατέρες τοὺς παρεκτρεπομένους κληρικούς; Ναὶ ἢ οὐ;» 
- «Ἤλεγχον ἀναμφισβητήτως. Ἀλλὰ ποῖοι ἤλεγχον; Ἤλεγχεν ὁ Ἀθανάσιος, ἀλλ᾿ ἦτο ὁ Ἀθανάσιος. Ἤλεγχεν ὁ Βασίλειος, ἀλλ᾿ ἦτο ὁ Βασίλειος. Ἤλεγχεν ὁ Γρηγόριος, ἀλλ᾿ ἦτο ὁ Γρηγόριος. Ἤλεγχεν ὁ Χρυσόστομος, ἀλλ᾿ ἦτο ὁ Χρυσόστομος. Σεῖς ποῖοι εἶσθε;» 
- «Ἐπιτρέψατε μίαν ἀκόμη ἐρώτησιν, Σεβασμιώτατε», εἴπομεν: «Τί εἶνε μείζον, τί εἶνε ἐκπληκτικώτερον, τί φρικωδέστερον; τὸ νὰ δεχθῇ τις τὴν χάριν τῆς Ἀρχιερωσύνης καὶ νὰ λάβῃ ἐξουσίας, αἵτινες δὲν ἐδόθησαν οὔτε εἰς τοὺς ἀγγέλους, ἢ νὰ ἐλέγξῃ ἕνα κληρικόν;» 
- «Ἀναμφισβητήτως τὸ πρῶτον». 
- «Αἲ λοιπόν, Σεβασμιώτατε, σεῖς χωρὶς νὰ εἶσθε Ἀθανάσιος, χωρὶς νὰ εἶσθε Βασίλειος, χωρὶς νὰ εἶσθε Γρηγόριος, χωρὶς νὰ εἶσθε Χρυσόστομος, ἐτολμήσατε νὰ γίνητε Ἀρχιερεύς, ὡς ἦσαν ἐκεῖνοι. Καὶ ἡμεῖς χωρὶς νὰ εἴμεθα Ἀθανάσιοι, Βασίλειοι, Γρηγόριοι, Χρυσόστομοι, τολμῶμεν νὰ ἀσκήσωμεν ἔλεγχον ὡς ἤσκουν καὶ ἐκεῖνοι. Ὑμεῖς ἠκολουθήσατε τοὺς Πατέρας καὶ ἐμιμήθητε αὐτοὺς εἰς τὸ μεῖζον, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν᾿ ἀκολουθήσωμεν καὶ νὰ μιμηθῶμεν αὐτοὺς εἰς τὸ ἔλαττον;». 
Καὶ ἡ συζήτησις ἔλαβε πέρας. 
       Αὐτὴ εἶνε ἡ κατάστασις, ἀδελφοί. Ἐκεῖνοι χωρὶς νὰ εἶνε Ἀθανάσιοι καὶ Χρυσόστομοι, δέχονται ἠρέμῳ συνειδήσει (καὶ μόνον δέχονται ἢ παντὶ σθένει ἐπιδιώκουσι;) τὴν ὑπάτην Ἀρχιερωσύνην, ἣν οἱ κολοσσοὶ ἐκεῖνοι τῆς σοφίας καὶ ἁγιότητος παντοιοτρόπως ἐζήτουν ν᾿ ἀποφύγωσι. Καὶ ἡμεῖς οὐδαμῶς κατηγοροῦμεν αὐτοὺς διὰ τοῦτο. Ἐάν τις ὅμως ἐξ ἡμῶν τῶν μικρῶν καὶ ταπεινῶν, τολμήσῃ νὰ ὑψώσῃ τὸν δάκτυλον πρός τινα διεύθυνσιν καὶ ν᾿ ἀπευθύνῃ ἓν «οὐκ ἔξεστί σοι», τότε ὅλοι εἶνε ἕτοιμοι νὰ ῥίψωσι καθ᾿ ἡμῶν τὸν λίθον τῆς καταδίκης καὶ νὰ κραυγάσωσι στεντορείᾳ τῇ φωνῇ: «Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐλέγχετε; Δὲν εἶσθε οὔτε Ἀθανάσιοι, οὔτε Βασίλειοι, οὔτε Γρηγόριοι, οὔτε Χρυσόστομοι. Κλείσατε λοιπὸν τὰ στόματά σας...». Ὢ τῆς ὑποκρισίας τοῦ 20ου αἰῶνος!...
       
       Τοιοῦτοι ὅμως τύποι δὲν εἶνε νεοφανεῖς. Ὑπῆρχον πάντοτε. Μία ἐπιστολὴ τοῦ ἐν ἁγίοις Πατρὸς ἡμῶν Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, εἶνε ἄκρως διαφωτιστικὴ ἐπὶ τούτου, ἀλλὰ καὶ ἀποστομωτική. Ἂς μελετήσῃ αὐτὴν καὶ ὁ ἀρθρογράφος τῆς ἀγαπητῆς Ἁγιορειτικῆς Βιβλιοθήκης.

Ἰδοὺ ἡ ἐπιστολή:
«Στεφάνῳ ἀσηκρῆτις»
«Ἐν τῇ χθὲς ἡμέρᾳ, ἐπειδὴ τῆς εὐκλεοῦς σου παρουσίας ἐν μεθέξει γεγόναμεν, μετά τινας ἄλλας ὁμιλίας, δι᾿ ἃς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐνταῦθά σου ἀφίξεως, εἰς λόγον πως ἐληλύθαμεν Γραφικῶν ζητημάτων· καὶ ἐν ἀμφιβολίᾳ πολλῇ συσχεθέντες, ἀπιθάνως πρὸς ταῦτα διέστημεν ἀπ᾿ ἀλλήλων· καὶ ἡμεῖς μέν, ὦ δέσποτα, ἰδιωτίζοντες, οὐ πάντως κατὰ τὴν παροῦσάν σου σοφίαν ὑπαντήσωμεν. Ἵνα δὲ μὴ τῇ ἐφησυχάσει τῶν ὀφειλομένων λαληθῆναι κρῖμα ἑαυτοῖς ἀπενέγκοιμεν (ἐλεγμῷ γάρ, φησίν, ἐλέγξεις τὸν πλησίον σου καὶ οὐ λήψῃ δι᾿ αὐτὸν ἁμαρτίαν), ἄλλως τε ὅτι καὶ σοφὸν ἐλέγχοντες μᾶλλον ἀγαπηθησόμεθα, ἀναγκαῖον ᾠήθημεν προσφωνῆσαί σοι τὰ ἐπιβάλλοντα. Ὁ κύριός μου, ἵνα συντόμως ἐρῶ, τὰς πολλὰς πεύσεις καὶ ἀντιῤῥήσεις ἐπιστέλλων, ἔφησθα, ὡς οὐ χρὴ τὸν προεστῶτα ποιμενάρχην, ἄτερ πίστεως, ἐπὶ ταῖς ἄλλαις ἐντολαῖς τοῦ Κυρίου, κατὰ ἀγνοίας ἢ ἐθελοντὶ πράττοντά τι τῶν ἀπηγορευμένων, πρός τινος ὑπομιμνήσκεσθαι, ἡμῶν λεγόντων, ὅτι καὶ μάλα· ἀλλ᾿ ὑπὸ τῶν προεχόντων ἐν γνώσει καὶ συνέσει πρὸς τοὺς ἄλλους. Καὶ πρὸς τοῦτο ὁπόθεν καὶ οὐ παραστησόμεθά σοι τὸ τοῦ λόγου ἄτοπον; Πρῶτον μὲν ἀπὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τί γὰρ σοί δοκεῖ τὸ τοῦ Δανιήλ; ἆρα τοὺς πρεσβυτέρους, καίπερ ὢν οὐ τοῦ ἐννόμου καιροῦ τῆς εἰς τὸ λέγειν καὶ παῤῥησιάζεσθαι ἡλικίας, παρανομοῦντας πρὸς τὴν τῆς θείας Σωσάννης καταδίκην, ἐπῃνέθη οὐ μόνον ὑπομιμνήσκων, ἀλλὰ καὶ κατακρίνων· ναὶ ἢ οὐ; Εἶτα οὐ δέχῃ τὸν Ἰωὰβ ἐν τῇ ἀπαριθμήσει τοῦ λαοῦ, ὄντος τοῦ δράματος εἰς παροργισμὸν Θεοῦ, ἀντιβολοῦντα, ἐκλιπαροῦντα, ἀναπείθειν πειρώμενον τὸν θεῖον Δαυΐδ, μὴ τοῦτο δρᾶν; οἶσθα γὰρ τὴν ἱστορίαν. Ἐμὲ δὲ δυσωπεῖ καὶ Ἰοθὸρ ὑπομιμνήσκων τὸν μέγαν Μωυσῆν καὶ παρεγγυώμενος μὴ οὕτω διεξάγειν τὸν λαὸν καὶ οἱονεὶ στοιχειῶν καὶ πρὸς τὴν οἰκείαν 
βουλὴν μεταῤῥυθμίζων. Καὶ τίς ὤν; Ἀλλογενής, εἰ καὶ κηδεστής. Καὶ τίνιν φῶν; Τῷ πάντα κατὰ ἀποκάλυψιν Θεοῦ διαπραττομένῳ. Καὶ ταῦτα μὲν ὀλίγον· ἵνα μὴ μακρηγορήσωμεν. Λεκτέον δὲ ἐπὶ τὴν Νέαν. Αἰδεσθῶμεν, εἰ βούλει, πανεύφημε, καὶ τὸ τοῦ τῆς Οἰκουμένης διαπρυσίου κήρυκος ὑπαγόρευμα, τό, «Ἐὰν τῷ ἐσχάτῳ ἀποκαλυφθῇ, ὁ πρῶτος σιγάτω». Οὐχ, ὡς ἀντιτείνει ἡ φιλότης σου, τοῦτο περὶ μόνης τῆς πίστεως. Καὶ οἷον δή με παρέλαθε μικροῦ δεῖν, ὁ μέγας κήρυξ τῆς ἀληθείας Ἰωάννης ἐλέγχει τὸν Ἡρώδην. Ἐρωτῶ, ἀπόκριναί μοι. Ἀλλ᾿ ἀγχίθυρος ὁ πρὸς ἐμὲ οἶδ᾿ ὅτι γέλως· τὸ ὅτι ἐν μέτρῳ τοῦ προφήτου ἰσοστατεῖ ἑαυτόν. Ἀλλ᾿ οὐχ οὕτως, ὦ βέλτιστε. «Ταῦτα δέ», φησίν, «ἐγράφη πρὸς νουθεσίαν ἡμετέρων». Καὶ αὖθις ὁ Παῦλος· «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθὼς κἀγὼ Χριστοῦ». Πῶς δὲ καὶ οἷον τε ὀρθοδοξεῖν τὸν λοξοεργοῦντα, τοῦ θείου Ἰακώβου ἐνισταμένου, ἐκ τῶν ἔργων δείκνυσθαι τὴν πίστιν· καὶ τοὺς περὶ τὸ ἓν σφαλλομένους, μηδὲ τὸ θάτερον ἔχειν; Τοσούτων οὖν καὶ τηλικούτων ὄντων μαρτύρων, οὐκ οἴομαι ἀντιφάσκειν τὴν εὐγένειάν σου... » 
(Ἑλληνικὴ Πατρολογία Migne 99, 924).

       Καὶ μία μικρὰ περίληψις τῆς ἐπιστολῆς, χάριν τῶν ἁπλουστέρων ἀναγνωστῶν: Ὁ  Ἅγιος Πατὴρ προσπαθεῖ ν᾿ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ ἔλεγχος τῶν κληρικῶν εἶνε ἐπιτετραμμένος. Πρὸς τοῦτο ἀναφέρει ἐκ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὡς ἐπιχειρήματα τὸ παράδειγμα τοῦ Δανιήλ, ἐλέγξαντος τοὺς παρανομοῦντας πρεσβυτέρους τοῦ λαοῦ, τὸν Ἰωάβ, ἐλέγξαντα τὸν μέγαν Δαυΐδ καὶ τὸν Ἰοθόρ, ἐλέγξαντα τὸν θειότατον Μωυσῆν. Ἐπίσης ἀναφέρει ἐκ τῆς Καινῆς Διαθήκης τὸν διαπρύσιον κήρυκα τῆς ἀληθείας καὶ ἐλεγκτὴν τῆς παρανομίας Ἰωάννην τὸν Βαπτιστήν. Ἀντικρούων δὲ τὴν αἰώνιον ἔνστασιν, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει τὸ ἀνάστημα αὐτῶν, ὥστε νὰ πράττῃ τὰ ἐκείνων, ἐπάγεται: Αὐτά, ἅτινα ἐγράφησαν, ἐγράφησαν ἵνα ἡμεῖς συμμορφούμεθα πρὸς αὐτά. Ὁ δὲ Παῦλος καλεῖ ἡμᾶς νὰ μιμώμεθα αὐτόν. Συνεπῶς δυνάμεθα (ἢ μᾶλλον ὑποχρεούμεθα) νὰ μιμώμεθα τοὺς Πατέρας ἐν τῷ ἐλέγχειν τοὺς παρανομοῦντας.
Ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω. Ἀλλ᾿ ὑπάρχουσι σήμερον πολλοὶ ἔχοντες ὦτα;


Ἄρθρα - Μελέται - Ἐπιστολαί, τόμος Β΄,        
Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου,
ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωάννου Κωστώφ, 
Ἐκδόσεις Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, 

Ἔκδοσις Β΄, Σταμάτα 2017
Σελίδες 94-97
Ἱερὰ Παράταξις «Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός»
Τρεῖς Ἱεράρχαι 1/1/1954