Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Κωνσταντῖνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μέγας Κωνσταντῖνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026


 


ΤΑ «ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ» ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

       Χρονολογικῶς εὑρισκόμεθα εἰς τὸ 326 μ.Χ.. Ἔχει λήξει ἡ πρώτη Οἰκουμενικὴ Σύνοδος καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ἐπιστρέφει εἰς τὴν Ῥώμην, ὅπου θὰ συνεχισθοῦν αἱ πανηγυρικαὶ ἐκδηλώσεις τῆς εἰκοσαετίας. Κάποιαι ἱστορικαὶ πηγαὶ μᾶς πληροφοροῦν ὅτι διεδραματίσθησαν τραγικὰ γεγονότα εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Τί ἀκριβῶς εἶχε συμβῆ δὲν εἶνε γνωστόν. Καὶ αὐτό, διότι ἅπασαι αἱ πληροφορίαι ποὺ ἔχομεν προκαλοῦν σοβαρώτατα ἐρωτηματικὰ ἀξιοπιστίας, ἀφοῦ προέρχονται ἀπὸ ἱστορικοὺς ἀμφιβόλου ἀντικειμενικότητος, ποὺ δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν ὑποτιθεμένων ἐγκλημάτων, ἀλλὰ ἐπιδίδονται εἰς ἕνα πρωτοφανὲς ὑβριστικὸν παραλήρημα ἐμπαθείας. Καὶ μόνον τὸ γεγονὸς ὅμως, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐμπάθεια μεταφράζεται  εἰς ἀφηγηματικὴν παράστασιν γεγονότων ἀσυμπτώτων καὶ ἀντιφατικῶν δημιουργεῖ εὔλογον δυσπιστίαν ἀντικειμενικότητος.

       Εἰς μίαν προσπάθειαν ἀξιολογήσεως τῆς βασιμότητος τῶν πληροφοριῶν ποὺ μᾶς δίδουν αἱ ἱστορικαὶ πηγαί, παρατηροῦμεν ὅτι διὰ τὰς ὑποτιθεμένας πράξεις εὐθύνης τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κάνουν λόγον μόνον αὐταὶ ποὺ ἐντάσσονται εἰς τὴν εἰδωλολατρικὴν (Ζώσιμος) καὶ τὴν φιλοαρειανὴν (Φιλοστόργιος) ὁμάδα ἱστορικῶν κειμένων. Καὶ βεβαίως δὲν εἶνε καθόλου τυχαῖον ποὺ ὁ μὲν Ζώσιμος δὲν κατόρθωσε νὰ εὕρῃ τίποτε τὸ θετικὸν καὶ ἀξιόλογον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου [«... οὐκέτι λοιπὸν τὴν κατὰ φύσιν ἐνοῦσαν αὐτῷ κακοήθειαν ἔκρυπτεν...», Ζώσιμος, Ἱστορία Νέα, ΙΙ.29.1], ὁ δὲ Φιλοστόργιος θέλοντας νὰ καταδείξῃ ὅτι μετὰ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ "Τριαδικοῦ δόγματος" ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, ἡ θεία Χάρις τὸν ἐγκατέλειψε, καταγράφει τὴν μετασυνοδικὴν συμπεριφορὰν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὡς μίαν σύνθεσιν ἠθικῶν ὀλισθημάτων. Ὅμως καὶ ἂν ὁ Εὐσέβιος ἢ ἀκόμη ὁ Γελάσιος, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεοδώρητος εἶχαν λόγους νὰ σιωποῦν, κανεὶς λόγος σιγῆς δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Σωκράτους, τοῦ Σωζομενοῦ ἢ ἀκόμη τοῦ "ἐθνικοῦ" Πραξαγόρου, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, ἀλλὰ ἀντιθέτως τὸν ἐγκωμιάζει. Ὁ Σωζομενὸς μάλιστα διαμαρτύρεται διὰ τὰ ὅσα κακόπιστα καταλογίζουν εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον οἱ "ἐθνικοί". Βεβαίως, διὰ κάποια ἀπὸ τὰ ὑποτιθέμενα ὀλισθήματα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εὑρίσκομεν πληροφορίας καὶ εἰς μερικὰ μεταγενέστερα χρονογραφικὰ κείμενα, τὰ ὁποῖα ὅμως πάσχουν ἀπὸ σοβαρὰς ἀνακριβείας.

       Διὰ λόγους ποὺ δὲν ἔχουν διακριβωθεῖ, αἱ ἐχθρικαὶ πρὸς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον πηγαὶ ὑποστηρίζουν ὅτι δῆθεν διέταξε τὴν φυλάκισιν καὶ εἰς τὴν συνέχειαν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ του, Κρίσπου, ποὺ τὸν εἶχεν ἀποκτήση μὲ τὸν γάμον του μὲ τὴν Μινερβῖναν [Ὁ Ζώσιμος ὑποστηρίζει τὴν ἄποψιν ὅτι ἡ Μινερβῖνα δὲν ἦτο σύζυγος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀλλὰ νόμιμος παλλακή του (ΙΙ.20.2). Πιθανῶς ὁ Κρῖσπος νὰ ἐγεννήθη τὸ 305 μ.Χ.]. Ὁ φιλοαρειανὸς ἱστορικὸς Φιλοστόργιος, ὁ ὁποῖος ὅπως ἔχει ἐπισημανθεῖ ποτὲ δὲν ἐσυγχώρησεν τὴν ἀποδοχὴν τοῦ δόγματος τοῦ "ὁμοουσίου" ἀπὸ τὴν Α΄ Οἰκουμενικὴν Σύνοδον καὶ βεβαίως ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον, κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ὅτι αὐτὸς διέταξε τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, μετὰ ἀπὸ συκοφαντικὴν παρέμβασιν τοῦ δευτέρας συζύγου του, Φαύστης ["Τὸν Κωνσταντῖνον ἀνελεῖν τὸν ἴδιον παῖδα... διαβολαῖς τῆς μητρυιᾶς", Φιλοστόργιος, P.G. 65.468 - ΙΙ.4]. Εἰς τί ἀκριβῶς ὅμως συνίστατο ἡ διαβολή; Ὁ Φιλοστόργιος δὲν ἀπαντᾶ, κάτι ὅμως ποὺ διὰ λόγους ἱστορικῆς συνεπείας ὄφειλε νὰ πράξῃ. Παρὰ ταῦτα σπεύδει νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ὅτι μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος συνέλαβε τὴν Φαῦσταν νὰ μοιχεύεται καὶ ἔδωσεν ἐντολὴν νὰ τὴν πνίξουν εἰς τὸ λουτρόν ["Κακείνην δὲ πάλιν φωραθεῖσάν τινι τῶν Κουρσώρων μοιχωμένην, τῇ τοῦ λουτροῦ ἁλέα ἐναποπνιγῆναι προστάξαι", Φιλοστόργιος, P.G. 85.465 - ΙΙ.4].

       Ὁ ἐθνικὸς ἱστορικὸς Ζώσιμος, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ ὡς μοναδικὴν αἰτίαν ὅλων τῶν κακῶν τῆς αὐτοκρατορίας τὴν μεταστροφὴν τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου εἰς τὴν Χριστιανικὴν πίστιν, κάνει λόγον διὰ ὕπαρξιν ἐρωτικῶν σχέσεων μεταξὺ Κρίσπου καὶ Φαύστης ["Κρίσπον γάρ παῖδα... εἰς ὑποψίαν ἐλθόντα τοῦ Φαύστῃ τῇ μητριᾷ συνεῖναι τοῦ τῆς φύσεως θεσμοῦ μηδένα λόγον ποιησάμενος ἀνεῖλεν", Ἱστορικὰ Νέα, ΙΙ.29.2]. Ἡ ἐμπάθεια ὅμως μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Ζώσιμος ἀντιμετώπισεν ὁτιδήποτε προερχόταν ἀπὸ τοὺς Χριστιανούς, πολὺ δὲ περισσότερον ἀπὸ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον διὰ τὸν ὁποῖον ἐκφράζεται κατὰ τρόπον ὑπερμέτρως ἄδικον καὶ προσβλητικόν, καθιστᾶ τὰς μαρτυρίας ἰδιαιτέρως ἐπισφαλεῖς. Ἀνάλογος εἶνε καὶ ἡ πληροφορία τὴν ὁποίαν μᾶς παρέχει ὁ Λατῖνος Ἐπίσκοπος καὶ λόγιος Σιδώνιος Ἀπολλινάριος ὁ ὁποῖος ὅμως, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ Κρίσπος ἐδηλητηριάσθη [Γ. Κορδᾶτος, Ἱστορία τῆς Ἑλλάδος, σ. 65].

       Ὁ χρονογράφος Ἰ. Ζωναρᾶς, χωρὶς νὰ διευκρινίζῃ τὴν πηγὴν τῶν πληροφοριῶν του, δίδει μίαν παραλλαγμένην πληροφορίαν ἐν σχέσει μὲ αὐτὴν τοῦ Ζωσίμου. Μᾶς παραδίδει ὅτι ἡ Φαῦστα ἐπιθυμοῦσεν ἐρωτικῶς τὸν Κρίσπον καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνος δὲν ἀνταποκρινόταν, τὸν διέβαλεν εἰς τὸν αὐτοκράτορα [Ἐπιτομή, P.G. 134.1105 - XIII.2, Μ. Γλυκᾶς, P.G. 158.465 - IV].

       Ἐντύπωσιν πάντως προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ πρῶτος ἀπὸ τοὺς νεωτέρους σφοδροὺς πολεμίους τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ὁ Edward Gibbon, θεωρεῖ ἀπίθανον τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Φαύστης [Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, σ. 329].

       Ἡ σύγχυσις λοιπὸν τῶν πληροφοριῶν καὶ ἡ συνακόλουθος αὐθαίρετος ἀξιολόγησις εἶνε προφανής. Ἐκεῖνο ποὺ θὰ ἠμποροῦσεν ἴσως νὰ ὑποτεθῇ, ἂν τελικῶς αἱ συγκεκριμέναι καὶ πάντως ἀσύμπτωτοι πληροφορίαι ἔχουν ποιάν τινα οὐσιαστικὴν βάσιν, εἶνε ὅτι ὁ Κρίσπος ἐνδεχομένως νὰ διέπραξε κάποιο βαρύτατον παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἡ "σοφὴ αὐστηρότης" [Κ. Κούμας, Ἱστορίαι τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων, σ. 457] καὶ τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀνεχθῇ. Οὕτω, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ὑπερβαίνοντας τὰ αἰσθήματα πατρικῆς ἀγάπης ποὺ τὸν συνέδεαν μὲ τὸν Κρίσπον, ἐπέτρεψε τὴν καταδίκην του εἰς θάνατον, ἀφοῦ εἶνε δεδομένον ὅτι ἦτο ἰδιαιτέρως αὐστηρὸς εἰς θέματα ἀρχῶν καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς αὐστηρότητος δὲν θὰ ἠμποροῦσε νὰ διαφύγῃ οὔτε ὁ υἱός του. Καμμία ἄλλη σοβαρὰ καὶ λογικὴ ἐξήγησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ. Ἄλλως τε διὰ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα ἦτο ἀνώτερον ἀπὸ κάθε ἄλλο. Αὐτοὶ λοιπὸν ποὺ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐφαντάσθησαν  τὸν Νέρωνα, τὸ ἔκαναν ἐπειδὴ αὐτὸ τοὺς ἐξυπηρετοῦσεν [Καλλίνικος, σελὶς 438, ὑποσημείωσις 5, μὲ εἰδικὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν Γάλλον Μοναχὸν Leclercq ὁ ὁποῖος φέρεται νὰ ἀποκαλῇ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον "δολοφόνον ἐφάμιλλον τοῦ Νέρωνος, ἀντικείμενον γενικῆς βδελυγμίας, δῆθεν Χριστιανός, οὐδέποτε ὑπάρξας ἀληθὴς τοιοῦτος, ἀναλαβὼν ἐργολαβικῶς τὴν κηδεμονίαν τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἀκύρως βαπτισθείς". Αἱ κρίσεις αὗται ἐμπεριέχονται εἰς τὴν Γαλλικὴν ἔκδοσιν τῆς Ἱστορίας τῶν Συνόδων τοῦ Γερμανοῦ Ἐπισκόπου Josef Hefele (Conciliengeschichte)]. Ὅσον ἀφορᾷ περὶ τοῦ θανάτου τῆς Φαύστης καὶ πολὺ περισσότερον περὶ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον φέρεται ὅτι ἀπέθανεν, ἡ πληροφορία μόνον μὲ ἀφήγησιν ἀνεκδοτολογικοῦ τύπου μεσαιωνικοῦ χαρακτῆρος ἠμπορεῖ νὰ ἐξομοιωθῇ καὶ ὄχι μὲ σοβαρὰν ἱστορικὴν πληροφόρησιν.

       Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐλέγχεται ἀκόμη ἀπὸ μερικούς, διὰ τὸν θάνατον τοῦ γαμβροῦ του, τοῦ Λικινίου, συζύγου τῆς ἀδελφῆς του Κωνσταντίας [Ζώσιμος, ΙΙ.28.2]. Ἡ ἀντικειμενικὴ κρίσις ὅμως ἐπιβάλλει νὰ κρίνωνται τὰ γεγονότα ὑπὸ τὰς συγκεκριμένας κυριάρχους ἀντιλήψεις δικαίου,  εἰς τὸν τόπον καὶ τὸν χρόνον ποὺ ἔλαβαν χώραν [Ὀρθῶς παρατηρεῖ ὁ Will Durant ὅτι "δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν τὰς ἐκτελέσεις εἰς τὰς ὁποίας προέβη, μὴ γνωρίζοντες τὰς αἰτίας αὐτῶν", σ. 762]. Ὁ  Μέγας Κωνσταντῖνος ἂν καὶ ἐνίκησε τὸν Λικίνιον, δὲν τὸν κατεδίκασεν εἰς θάνατον ὅπως συνηθιζόταν, οὔτε κἂν τὸν ἐφυλάκισεν, ἀλλὰ σεβόμενος προφανῶς τὴν συγγενικήν τους σχέσιν, τὸν ὑποχρέωσεν νὰ ζῇ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ Λικίνιος, ἂν καὶ ὑπεσχέθη ὑποταγὴν εἰς τὸν αὐτοκράτορα, δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀντιθέτως, ἐκινήθη συνωμοτικῶς μὲ σκοπὸν τὴν ἀνατροπὴν τοῦ αὐτοκράτορος. Ἡ παραπομπή του εἰς δίκην καὶ ἡ καταδίκη του εἰς θάνατον μὲ τὰς προβλεπομένας διαδικασίας, ἦτο φυσικὸν ἐπακόλουθον τῆς παρανόμου καὶ ἀξιοποίνου συμπεριφορᾶς του. Ὁ εἰδωλολάτρης ἱστορικὸς Ζώσιμος βεβαίως, δι᾿ αὐτονοήτους λόγους, ἔχει ἄλλην ἄποψιν. Κατηγορεῖ τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ὅτι δῆθεν ἠθέτησε τὸν λόγον του καὶ διέταξε νὰ θανατωθῇ ὁ Λικίνιος, ξεχνῶντας προφανῶς ὅτι ὁ Λικίνιος, μετὰ τὴν ἧτταν του καὶ τὸν περιορισμόν του εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὄχι μόνον δὲν ἐτήρησε τὴν ὑπακοὴν ποὺ ὄφειλεν, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἐκινήθη ἀνατρεπτικῶς ἐναντίον τοῦ αὐτοκράτορος. Διατί τάχα ἡ ποινικὴ συμπεριφορὰ τῆς ἐννόμου τάξεως τῆς αὐτοκρατορίας πρὸς τὰς ἀξιοποίνους πράξεις τοῦ Λικινίου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἦτο διαφορετική; Προφανῶς ἐπειδὴ αὐτὸ ἐξυπηρετοῦσε τὰς ἀπόψεις τοῦ Ζωσίμου.

       Ἡ Χριστιανικὴ συνείδησις ἀγάπης βεβαίως, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀποδοχὴν τῆς θανατικῆς καταδίκης. Εἶνε ὅμως ἀδιανόητον νὰ κρίνεται ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος μὲ βάσιν τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ἡ συγκεκριμένη πρᾶξις ἔλαβε χώραν εἰς μίαν ἐποχὴν (324 μ.Χ.) ὅπου αὐτὸς δὲν εἶχε κατανοήσει πλήρως τὰς ἀξίας τῆς Χριστιανικῆς διδασκαλίας. Οὔτε πάλιν νὰ ἀξιολογῶμε τὰς πράξεις του μὲ τὴν φιλοσοφίαν καὶ τὰς ἀρχὰς ποὺ μᾶς ἐπιβάλλουν αἱ σύγχρονοι ἀντιλήψεις. Ὁ Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, ἐπηρεασμένος προφανῶς ἀπὸ τὸν Ἅγιον Ἱερώνυμον, ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἀυτοκράτωρ ὄφειλε νὰ δείξῃ μεγαλυτέραν γενναιότητα καὶ νὰ χαρίσῃ δι᾿ ἄλλην μίαν φορὰν τὴν ζωὴν εἰς τὸν Λικίνιον. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀνάλογον μεγαλοψυχίαν καὶ ἄφησε τὸν γαμβρόν του νὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν θανατικὴν καταδίκην, δὲν παρέχει τὸ δικαίωμα ἐξομοιώσεώς του μὲ τὸν Νέρωνα, ὅπως ἀδοκίμως μερικοὶ ἐπιχειροῦν νὰ καταδείξουν.

       Τέλος, εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον ἀποδίδουν μερικοὶ τὴν δολοφονίαν τοῦ υἱοῦ τοῦ Λικινίου καὶ τῆς Κωνσταντίας, ἄρα καὶ ἰδικοῦ του ἀνηψιοῦ, ἡλικίας μόλις 12 ἐτῶν. Τοιαύτη ὅμως πληροφορία μέσα ἀπὸ τὰς ἱστορικὰς πηγὰς δὲν προκύπτει. Πέραν αὐτοῦ, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἤδη εἶχεν ἀπαλλαγῆ ἀπὸ τὸν Λικίνιον καὶ δὲν εἶχε κανένα ἀπολύτως λόγον νὰ θανατώσῃ ἕνα δωδεκάχρονον παιδίον, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν αὐτὸ ἦτο τὸ τέκνον τῆς ἀδελφῆς του.

[Κάποιοι ἐκτιμοῦν ὅτι ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἐθεώρησε τὸν ἀνηψιόν του ὡς ὑπεύθυνον τοῦ θανάτου τοῦ Κρίσπου (Νέα Γενικὴ Ἱστορία τῶν Ἑλλήνων, τόμος ΣΤ΄, σελὶς 32, Δ. Ἀπέργης - Κ. Ἐμμανουήλ, Ἀθήνα, 1974). Ἄλλοι πάλιν θεωροῦν ὅτι εἶχε βλέψεις εἰς τὸν θρόνον].

       Δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τῆς προσοχῆς μας τὸ γεγονὸς ὅτι ὅσοι ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τοὺ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἀπέθανον κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς βασιλείας του, ὁ θάνατός τους ἀπεδόθη, ἀπὸ τοὺς ἰδεολογικούς του ἀντιπάλους, εἰς τὴν σφαίραν τῆς προσωπικῆς του εὐθύνης. Ἀκόμη καὶ ὁ θάνατος τοῦ πενθεροῦ του, τοῦ Μαξιμιανοῦ, ὁ ὁποῖος ηὐτοκτόνησεν ἕν ἔτος μετὰ τὴν ἀνεπιτυχῆ ἀπόπειραν δολοφονίας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, ἀποδίδεται, τελείως ἀβασίμως, ἀπὸ τινὰς συγχρόνους συγγραφεῖς, εἰς τὸν Μέγαν Κωνσταντῖνον.

       Δυστυχῶς ὅμως, ὅλη αὐτὴ ἡ μυθιστορηματικὴ κατασκευὴ ὑποτιθεμένων θανάτων τῶν προσώπων τοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, τὸ μόνον ποὺ κατορθώνει εἶνε νὰ σπέρνῃ τὴν ἀμφιβολίαν εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνυποψιάστου καὶ καλοπροαιρέτου Χριστιανοῦ, εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὁποίου γκρεμίζεται μία ἀπὸ τὰς μεγαλυτέρας φυσιογνωμίας τῆς ἐκκλησιαστικῆς μας ἱστορίας. Καὶ βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφοβολία πὼς μὲ ὅλον αὐτὸ τὸ δολίως κατασκευασμένον σεναριογραφικὸν ὑλικὸν δὲν ἐπιδιώκεται τίποτε ἄλλο, παρὰ ὁ διασυρμὸς καὶ ἡ ἀπαξίωσις τῆς πνευματικῆς μας κληρονομίας.

       Εἶνε ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὅλοι αὐτοὶ ποὺ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ θεμελιωτοῦ τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ ἠθέλησαν νὰ συνθέσουν τὸ πορτραῖτον μιᾶς ἐγκληματικῆς φυσιογνωμίας, δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὴν ἀσάφειαν καὶ τὴν ἀπροσδιοριστίαν τῶν πηγῶν πλάθοντας ὑποθετικὰ ἱστορήματα εἰς τὰ μέτρα τῆς ἰδικῆς τους ἀρεσκείας. Ἀλήθεια τί ἔχουν νὰ ἀπαντήσουν ὅλοι αὐτοὶ εἰς τὸν Σωζομενὸν ὁ ὁποῖος μὲ παῤῥησίαν ἐπισημαίνει: «Δὲν παραβλέπω αὐτὸ ποὺ λέγουν οἱ εἰδωλολάτραι ὅτι δηλαδὴ ὁ Κωνσταντῖνος, ἀφοῦ ἐθανάτωσε τινὰς ἐκ τῶν στενῶν του συγγενῶν καὶ ἀφοῦ συνέπραξεν εἰς τὸν θάνατον τοῦ Κρίσπου, δηλαδὴ τοῦ ἰδίου του τοῦ τέκνου, μετενόησε καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν φιλόσοφον Σώπατρον κάθαρσιν ἐκ τῶν ἁμαρτιῶν του. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπήντησεν ὅτι κάθαρσις διὰ τοιαῦτα ἁμαρτήματα δὲν ὑπάρχει. Ἀνυπομονοῦσε λοιπὸν δι᾿ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ βασιλεὺς νὰ συναντηθῇ μὲ Ἐπισκόπους ποὺ τοῦ ἔδιδαν τὴν ὑπόσχεσιν πὼς μὲ τὸ Βάπτισμα θὰ καθαριζόταν ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας. Οἱ Ἐπίσκοποι τοῦ ἔδωσαν σκοπίμως αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν, οὕτως ὥστε νὰ δελεασθῇ καὶ νὰ γίνῃ Χριστιανὸς καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν νὰ βαπτισθοῦν καὶ ὅσοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του. Ὅμως, ἐις ἐμὲ φαίνεται ὅτι ὅλα αὐτὰ εἶνε δημιουργήματα ἐκείνων ποὺ ἔχουν σκοπὸν νὰ κατασυκοφαντοῦν τὴν πίστιν τῶν Χριστιανῶν» ["Οὐκ ἀγνοῶ δέ, ὡς ἕλληνες λέγουσι, Κωνσταντῖνον ἀνελόντα τινὰς τῶν ἐγγυτάτῳ τοῦ γένους, καὶ τῷ θανάτω Κρίσπου τοῦ ἑαυτοῦ παιδὸς συμπράξαντα μεταμεληθῆναι καὶ περὶ καθαρμοῦ κοινώσασθαι Σωπάτρῳ τῷ φιλοσόφῳ... τὸν δὲ ἀποφήνασθαι, μηδένα καθαρμὸν εἶναι τῶν τοιούτων ἁμαρτημάτων. Ἀδημονοῦντα δὲ τὸν βασιλέα ἐπὶ τῇ ἀπαγορεύσει περιτυχεῖν ἐπισκόποις, οἱ μετανοίᾳ καὶ βαπτίσματι ὑπέσχοντο πάσης αὐτὸν ἁμαρτίας καθαίρειν. Ἠσθῆναί τε τούτοις κατὰ σκοπὸν εἰρηκόσι καὶ θαυμάσαι τὸ δόγμα, καὶ χριστιανὸν γενέσθαι καὶ τοὺς ἀρχομένους ἐπὶ τοῦτο ἀγαγεῖν. Ἐμοὶ δὲ δοκεῖ, ταῦτα πεπλάσθαι τοῖς σπουδάζουσι τὴν χριστιανῶν θρησκείαν κατηγορεῖν", Σωζομενός, P.G. 67.869 - I.5].

       Δυστυχῶς, αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ ἀδιαπέραστον στρῶμα ἱστορικῆς ὀμίχλης ποὺ ἔχει καταπέσει ἐπάνω εἰς τὰ συγκεκριμένα γεγονότα, ἐτροφοδότησε τὴν μισαλλοδοξίαν καὶ τὴν μυθώδη εὑρηματικότητα ὅλων ἐκείνων ποὺ τὴν διαδρομὴν τοῦ βυζαντινοῦ πολιτισμοῦ τὴν ἀντελήφθησαν ὡς θλιβερὰν παρένθεσιν τῆς παγκοσμίου ἱστορίας. Ἐν τέλει ὅμως, ὅ,τι καὶ ἐὰν ἐσυνέβη ἐντὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν ἀνακτόρων, πρέπει νὰ γίνῃ κατανοητὸν ἀπὸ τοὺς πολεμίους τῆς βυζαντινῆς ἱστορίας ὅτι ὁ πολιτισμὸς δὲν παράγεται ἐντὸς τῶν αὐτοκρατορικῶν σαλονιῶν, οὔτε καταγράφεται ὡς ἄθροισμα παλατιανῶν δολοπλοκιῶν. Ἡ λόγια σκέψις, ἡ λόγια αἰσθητική, ἡ διανόησις, ἡ ἀναζήτησις ὑψηλοτέρων ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν, αἱ μεταφυσικαὶ ἀναζητήσεις, ἡ προσπάθεια προσεγγίσεως τοῦ θείου, εἶνε στοχεῖα ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἱστορικὴν συνέχειαν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἄρχοντάς του. Ὁ πολιτισμὸς ἑνὸς λαοῦ, συνεπῶς, δὲν κρίνεται μὲ βάσιν τὰς ἰδιοτροπίας ἐκείνων ποὺ ἀσκοῦν τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ μὲ βάσιν τὰς δυνατότητας τοῦ ἰδίου τοῦ λαοῦ νὰ παράγῃ καὶ νὰ ἀποθέτῃ εἰς τὸ παγκόσμιον ταμιευτήριον τοῦ πολιτισμοῦ.             


Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος

Δημητρίου Ἀποστολίδου

Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου

Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012

(Ἔκδοσις Α΄ Μάρτιος 2005)

(σ. 203-210)

Πέμπτη 19 Απριλίου 2018

ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΘΕΟΣΗΜΙΑΣ ΕΝ ΤΩ ΟΥΡΑΝΩ




       Πρὸ τῆς στρατιωτικῆς συγκρούσεώς του μὲ τὸν Μαξέντιον, ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἤθελε νὰ προσευχηθῇ, ἤθελε νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, ἀλλὰ καθὼς διηγεῖται ὁ Εὐσέβιος, δὲν ἤξερεν εἰς ποῖον Θεὸν νὰ ἀπευθυνθῇ [Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.27].
Τότε ἔφερε νοερῶς εἰς τὴν σκέψιν του ὅλους αὐτοὺς ποὺ μαζί τους συνδιοικοῦσε τὴν αὐτοκρατορίαν. Ὅλοι τους, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα του, ἐπίστευαν εἰς πολλοὺς θεοὺς καὶ ὅλοι τους, ὁ Σεβῆρος, ὁ Μαξιμιανός, ὁ Γαλέριος, εἶχαν τραγικὸν τέλος. Ἄρχισε λοιπὸν νὰ προσεύχεται εἰς τὸν Θεόν, ὑψώνοντας τὸ δεξιόν του χέρι καὶ ἱκετεύοντάς τον νὰ τοῦ ἀποκαλυφθῇ ["Φῆναι αὐτῷ ἑαυτὸν ὅστις εἴη", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.27].
Ἐνῷ προσευχόταν, διαγράφεται εἰς τὸν οὐράνιον θόλον μία πρωτόγνωρος θεοσημία.
(Τὸ ὄραμα ἀπεικονίζεται εἰς μίαν μικρογραφίαν τοῦ 9ου αἰῶνος εἰς τὴν Ἐθνικὴν Βιβλιοθήκην τοῦ Παρισίου καὶ εἰς τοιχογραφίαν τοῦ Pierro della Francesca εἰς τὸν Ναὸν τοῦ "Ἁγίου" Φραγκίσκου τοῦ Arezzo τοῦ 15ου αἰῶνος).
       Ὁ  Εὐσέβιος μάλιστα θέλοντας νὰ προλάβῃ κάθε ἀμφισβήτησιν τῆς ἀξιοπιστίας του, διαβεβαιώνει πὼς τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τοῦ τὸ ἐξομολογήθη μεθ᾿ ὅρκου ὁ ἴδιος ὁ Κωνσταντῖνος, ὅταν πολλὰ χρόνια ἀργότερον εἶχαν γνωρισθῇ οἱ δύο καὶ πὼς ἂν τὸ ἄκουγεν ἀπὸ τρίτους, δὲν θὰ τὸ ἐπίστευεν οὔτε ὁ ἴδιος [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.944 - Ι.28].

       Ἰδοὺ πῶς περιγράφει τὸ γεγονός:
"Κατὰ τὸ ἀπομεσήμερον λοιπὸν καὶ ἐνῷ ὁ ἥλιος ἤρχισε νὰ γέρνῃ πρὸς τὴν δύσιν, ὁ Κωνσταντῖνος βλέπει ἰδίοις ὄμμασι ἄνωθεν τοῦ ἡλίου τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ νὰ λάμπῃ καὶ δίπλα του τὰς λέξεις "τούτῳ νίκα" (Λατινιστὶ "in hoc Signo Vinces). Ἔμπροσθεν τοιούτου θεάματος ἔμεινεν ἔκθαμβος τόσον ὁ ἴδιος ὅσον καὶ ὁλόκληρον τὸ στράτευμα. Καὶ καθὼς ἐπροσπαθοῦσε νὰ ἀντιληφθῇ τί εἶχε συμβῆ, ἐπέρασεν ἡ ὥρα καὶ ἐνύκτωσεν. Τότε λοιπὸν ἐμφανίζεται εἰς τὸν ὕπνον του ὁ Κύριος μὲ τὸ σύμβολον τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν προτρέπει νὰ φτιάξῃ ἕνα λάβαρον μὲ τὴν ἀπομίμησίν του καὶ νὰ τὸ χρησιμοποιῇ ὡς φυλακτήριον εἰς τοὺς πολέμους".
       [" Ἀμφὶ μεσημβρινὰς ἡλίου ὥρας, ἤδη τῆς ἡμέρας ἀποκλινούσης, αὐτοῖς ὀφθαλμοῖς ἰδεῖν ἔφη ἐν τῷ οὐρανῷ ὑπερκείμενον τοῦ ἡλίου σταυροῦ τρόπαιον ἐκ φωτὸς συνιστάμενον, γραφήν τε ἐπ᾿ αὐτῷ συνηφθῆναι λέγουσαν, τούτῳ νίκα. Θάμβος δ᾿ ἐπὶ τῷ θεάματι κρατῆσαι αὐτόν τε καὶ τὸ στρατιωτικὸν ἅπαν...", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.941 - Ι.29].



       Εἰς τοὺς μεταγενεστέρους ἐκκλησιαστικοὺς ἱστοριογράφους καὶ χρονικογράφους δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀπολύτως ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὴν ἀλήθειαν τοῦ συμβάντος. Οὕτω λοιπόν, ὁ Σωκράτης περιγράφει:
       "Κατὰ μεσημβρίαν καὶ ἐνῷ ἡ ἡμέρα ἤρχισε νὰ φεύγῃ, εἶδεν εἰς τὸν οὐρανὸν μίαν φωτεινὴν στήλην καὶ δίπλα της τὴν ἐπιγραφὴν τούτῳ νίκα. Ἦτο τόσον μεγάλη ἡ ἔκπληξις τοῦ βασιλέως, ὥστε δὲν ἐπίστευεν εἰς αὐτὸ ποὺ ἔβλεπεν καὶ ἐρωτοῦσε τοὺς παρευρισκομένους ἂν ἔβλεπαν καὶ αὐτοὶ τὸ ἴδιον" [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 67.36 - I.2].
       Ὁ Σωζομενὸς μὲ τὴν σειρὰν του παραθέτει πὼς " Ὁ ἴδιος ὁ Εὐσέβιος εἶπεν ὅτι ἤκουσε τὸν βασιλέα νὰ ὁρκίζεται πὼς κατὰ τὸ ἀπομεσήμερον καὶ ἐνῷ ὁ ἥλιος ἤρχισε νὰ γέρνῃ, βλέπει εἰς τὸν οὐρανόν, αὐτὸς καὶ οἱ στρατιῶται αὐτοῦ, τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν ἐπιγραφὴν τούτῳ νίκα" [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 67.865 - I.3].
Ὁ Γελάσιος πάλιν, γράφει πὼς " Ὁ  Θεὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν ὁπλίζει τὸν Κωνσταντῖνον δείχνοντάς του τὸ φωτεινὸν σχῆμα τοῦ Σταυροῦ καὶ τὰς λέξεις τούτῳ νίκα. Καὶ αὐτὸ διὰ τοὺς ἀπίστους εἶνε μῦθος καὶ φαντασία, διὰ τὴν ἰδικήν μας πίστιν ὅμως ἀποτελεῖ χάριν". [Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 85.1204 - Ι.4].
       Τὸ θαυμαστὸν γεγονὸς τῆς θεοσημίας μεταφέρεται σχεδὸν ὁμοφώνως καὶ εἰς τὴν χρονογραφικὴν φιλολογίαν τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς. Οὕτω λοιπόν, ὁ Θεοφάνης γράφει πὼς "Καὶ ἐνῷ ὁ Κωνσταντῖνος εὑρισκόταν εἰς κατάστασιν μεγάλης ἀγωνίας, ἐμφανίζεται εἰς αὐτὸν τὴν ἕκτην ὥραν τῆς ἡμέρας τὸ φωτεινὸν σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ καὶ δίπλα του ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα [Χρονογραφία, P.G. 108.81].
       Ὁ  Ἰωάννης Ζωναρᾶς περιγράφει πὼς "Καθὼς ὁ Κωνσταντῖνος εἶχε τὴν προσωπικήν του ἀγωνίαν, ἐφάνη εἰς τὸν οὐρανὸν εἰς τὸ μέσον τῆς ἡμέρας ὁ σταυρικὸς τύπος καὶ ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα" [Ἐπιτομή, P.G. 134.1100 - XIII.1].
       Ὁ  Γεώργιος Κεδρηνὸς παραθέτει πὼς "Κατὰ τὴν ἕκτην ὥραν ἐμφανίζεται ὁ Τίμιος Σταυρὸς κατασκευασμένος ἀπὸ φῶς ἔχοντας ἐπιγραφὴν ἀπὸ ἀστέρια ἐν τούτῳ νίκα."
[Σύνοψις, P.G. 121.517].
       Ὁ  Ἐφραίμιος πάλιν γράφει πὼς " Ἐφάνη ὁ τύπος τοῦ σταυροῦ εἰς τὸ μέσον τῆς ἡμέρας καὶ γράμματα ἀπὸ ἄστρα ποὺ ἔλεγαν ἐν τούτῳ νίκα." [Χρονικόν, P.G. 143.26].
       Κατὰ τὸν Μιχαὴλ Γλυκᾶ, ὁ Κωνσταντῖνος "εἶδεν εἰς τὸν οὐρανὸν τὸν Τίμιον Σταυρὸν." [Χρονογραφία P.G. 158 - IV]
       Πολὺ ἀργότερον ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος θὰ γράψῃ πὼς "Κατὰ τὴν μεσημβρίαν καὶ ἐνῷ ἄρχισε νὰ γέρνῃ ὁ ἥλιος πρὸς τὴν δύσιν, γίνεται ἕνα θαῦμα. Ἐμφανίζεται μία πυρίνη στήλη εἰς σχῆμα σταυροῦ καὶ ῥωμαϊκὰ γράμματα ποὺ ἐγράφησαν μὲ ἀστέρια, ἐν τούτῳ νίκα."
[Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, P.G. 146 XXVIII.28].
       Τέλος, ὁ Ἰωάννης Μαλάλας φαίνεται νὰ μὴ ἔχῃ ἀκριβῆ πληροφόρησιν, ἀφοῦ γράφει πὼς "καθὼς ὁ ὕπνος κατέλαβε τὸν Κωνσταντῖνον καὶ ἐνῷ κοιμόταν, εἶδε σταυρὸν εἰς τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ἡ ἐπιγραφὴ ἐν τούτῳ νίκα." [Λόγος χρόνων Μ. Κωνσταντίνου, P.G. 97 - ΧΙΙΙ]. 

       Εἰς τὴν περιγραφὴν ποὺ κάνει ὁ Εὐσέβιος ὑπάρχει μία φαινομενικὴ ἀντίφασις, σχετικῶς μὲ τὸν ἀκριβῆ χρόνον τῆς θεοσημίας. Καὶ αὐτὸ διότι, ἐνῷ ἀρχικῶς χρησιμοποιεῖ τὰς κρισίμους λέξεις "ἀμφὶ μεσημβρινὰς ἡλίου ὥρας" εἰς τὴν συνέχειαν προσδιορίζει τὸν χρόνον μὲ τὴν φράσιν "ἤδη τῆς ἡμέρας ἀποκλινούσης". Ἀπὸ τὸν συνδυασμὸν ὅμως αὐτῶν τῶν δύο χρονικῶν προσδιορισμῶν καὶ μὲ τὴν ἐπισήμανσιν πὼς τὸ γεγονὸς ἐσυνέβη εἰς τὰ τέλη Ὀκτωβρίου, θὰ πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν ἀσφαλὲς πὼς ἡ ὥρα ποὺ ἐξεδηλώθη ἡ θεοσημία ἦτο περίπου ἡ 5η ἀπογευματινή.     

       Εἶδε πράγματι τὸ ὅραμα ὁ Μ. Κωνσταντῖνος; Ὄχι, ἀπαντοῦν μερικοί. Ἡ ἀμφισβήτησις ποὺ ὑπάρχει καὶ ποὺ ἂς σημειωθῇ καλλιεργήθη ἀπὸ τοὺς ἐπικριτὰς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, τροφοδοτήθη ἀπὸ μίαν φαινομενικὴν δυσαρμονίαν ποὺ ὑπάρχει εἰς τὰς ἱστορικὰς πηγάς. Συγκεκριμένως, οὔτε ὁ Λακτάντιος οὔτε ὁ Εὐσέβιος, ὅταν κατέγραψαν τὴν σύγκρουσιν τοῦ Μαξεντίου καὶ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ ὅραμα τοῦ δευτέρου. Οὕτω, ὁ μὲν Λακτάντιος εἰς τὸ ἔργον του "περὶ τοῦ θανάτου τῶν διωκτῶν" ἁπλῶς ἀναφέρει ὅτι πρὸ τῆς μάχης ὁ Μ. Κωνσταντῖνος "εἶδεν ἕνα ὄνειρον ποὺ τὸν προέτρεπε νὰ διατάξῃ τὴν χάραξιν τοῦ οὐρανίου σημείου εἰς τὰς ἁσπίδας τῶν στρατιωτῶν του", ἐνῷ ὁ Εὐσέβιος εἰς τὴν "Ἐκκλησιαστικὴν Ἱστορίαν" του (9ον βιβλίον κυρίως), ποὺ ἐγράφη εἰς τὰ τέλη τοῦ 312 μ.Χ., γράφει ἁπλῶς ὅτι ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἐπεκαλέσθη ὡς σύμμαχον τὸν οὐράνιον Θεόν. Διὰ πρώτην φορὰν ὁ Εὐσέβιος ἀναφέρεται εἰς τὸ ὅραμα, εἰς τὸ ἔργον του "Εἰς τὸν βίον βασιλέως Κωνσταντίνου" (Λόγος Α΄), τὸ ὁποῖον ἔχει γραφῆ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ εἰς χρονικὴν ἀπόστασιν 25 ἐτῶν τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ πρῶτον ἔργον.
       Μία ἀντικειμενικὴ ἔρευνα τῶν πηγῶν μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὸ εὔλογον συμπέρασμα ὅτι οὔτε ὁ Λακτάντιος οὔτε ὁ Εὐσέβιος, ὅταν κατέγραφαν τὰ γεγονότα, ἐγνώριζαν ὁτιδήποτε περὶ τοῦ ὁράματος. Ἀπ᾿ ὅτι φαίνεται, ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δὲν ἠθέλησε νὰ δημοσιοποιήσῃ τὴν πρωτόγνωρον ἐμπειρίαν του. Αὐτὸ ἀποφασίζει νὰ τὸ κάνῃ μετὰ ἀπὸ πολλὰ ἔτη, ὅταν πλέον συνδέεται φιλικῶς μὲ τὸν Εὐσέβιον. Τοῦ ἀνοίγει τὴν καρδίαν του καὶ μὲ διαβεβαίωσιν ὅρκου τοῦ ἐξιστορεῖ τὰς στιγμὰς τῆς θεοσημίας. Ἄλλωστε αὐτὸ βεβαιώνει καὶ ὁ ἴδιος ὁ Εὐσέβιος, ὁ ὁποῖος μάλιστα συμπληρώνει πὼς ἡ ἀλλαγὴ εἰς τὴν συμπεριφορὰν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἦτο καὶ ἡ πιστοποίησις τῆς εἰλικρινείας του.

       Ἐν σχέσει μὲ αὐτὸ τὸ θέμα ὅμως ὁ J. J. Norwich [Σύντομος Ἱστορία τοῦ Βυζαντίου, Ἀθήνα 1999, σ. 55] εἰσάγει ἕνα εὔλογον προβληματισμὸν εἰς τὴν βιβλιογραφίαν. Πῶς εἶνε δυνατὸν ὁλόκληρος στρατὸς τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νὰ παρηκολούθησε τὴν θεοσημίαν καὶ τελικῶς τὸ γεγονὸς νὰ μὴ τὸ ἐπληροφορήθη οὔτε ὁ Εὐσέβιος οὔτε καὶ ὁ Λακτάντιος; Τὸ βέβαιον εἶνε πὼς μάρτυρες τῆς θεοσημίας ἦσαν ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μ. Κωνσταντῖνον καὶ οἱ λιγοστοὶ ἀξιωματοῦχοι ποὺ ἐκείνην τὴν ὥραν εὑρίσκονται εἰς τὴν σκηνήν του. Ἡ ἀναφορὰ εἰς ὁλόκληρον τὸ στράτευμα συνιστᾶ προφανῆ συγγραφικὴν ὑπερβολὴν τοῦ Εὐσεβίου. Ἄλλωστε ὁ ἱστορικὸς αὐτὸς μᾶς βεβαιώνει ὅτι, ὅταν τὸ ξημέρωμα ἐσηκώθη ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, ἀπεκάλυψεν εἰς τοὺς φίλους του τὸ μυστικὸν τοῦ ὀνείρου ποὺ εἶχεν ἰδῆ τὴν νύκτα ["Τοῖς φίλοις ἐξηγόρευσεν τὸ ἀπόῤῥητον", Α΄ Λόγος, P.G. 20.944 - Ι.29].

       Ἂν ἐπιχειρούσαμε νὰ ταξινομήσωμε τὰς διαφόρους ἐπικρίσεις ποὺ ἔχουν διατυπωθεῖ ἐν σχέσει μὲ τὸ ὅραμα ποὺ εἶδεν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, θὰ διεκρίναμεν μεταξὺ αὐτῶν πού:
1ον. Θέλουν τὸ ὅραμα ὡς ἔντεχνον καὶ σκόπιμον ἐφεύρημά του,
2ον. Θέλουν τὸ ὅραμα ὡς εὑρηματικὴν ἐπινόησιν τοῦ Εὐσεβίου [Henri Gregoire, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931],
3ον. Τὸ ὑποβιβάζουν εἰς φυσικὸν φαινόμενον [Arnold Jones,  La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 97] καὶ
4ον. Τὸ ἀποδίδουν εἰς διάθεσιν αὐτοπροβολῆς τοῦ αὐτοκράτορος [J. J. Norwich, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 55].
       Ἀρχίζοντας ἀπὸ τὴν πρώτην ἄποψιν, θὰ παρατηρούσαμεν ὅτι, ἂν ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος "κατεσκεύαζε" τὸ ὅραμα διὰ λόγους πολιτικῆς σκοπιμότητος, τότε θὰ ἐφρόντιζε νὰ δημοσιοποιήσῃ ἀμέσως τὴν ὑποτιθεμένην ἐμπειρίαν του. Ἐδῶ ὅμως ἐσυνέβη ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον. Ὄχι μόνον δὲν τὸ ἐξεμυστηρεύθη ἀμέσως, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ἐκράτησεν στάσιν παρατεταμένης σιωπῆς καὶ τὸ ἀπεκάλυψεν εἰς τὸν Εὐσέβιον εἰκοσιπέντε ἔτη ἀργότερον. Ὁ δὲ Εὐσέβιος ἐφύλαξε τὸ μυστικὸν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ τὸ ἐδημοσιοποίησε μόνον ἀφοῦ εἶχε πλέον ἀποβιώση. Ἂν πρόθεσις τοῦ Εὐσεβίου ἦτο νὰ μεγεθύνῃ τὴν μεταθανάτιον αἴγλην τοῦ αὐτοκράτορος μὲ τὴν ἀναφορὰν εἰς ἕνα θαῦμα, τότε διατί δὲν ἀνεφέρθη καὶ εἰς ἄλλα;
Βεβαίως, ἔχομε πάντοτε ὑπ᾿ ὄψιν μας τὴν ἄποψιν τοῦ καθηγητοῦ Βλασίου Φειδᾶ [La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 325], ὅτι ἡ ἐμμονὴ τοῦ Εὐσεβίου εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς θεοσημίας, δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν σπουδήν του νὰ θεμελιώσῃ εἰς τὴν θεοσημίαν τὴν πολιτικήν του θεολογίαν. Καὶ αὐτό, διότι οὕτω ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δέχεται θείαν κλῆσιν, γίνεται ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ Θεοῦ, "σκεῦος ἐκλογῆς", πρὶν ἀκόμη βαπτισθῇ καὶ λειτουργεῖ ὡς ἐπίγειος εἰκὼν τοῦ Θεοῦ. Εἶνε ὅμως ἀρκετὴ ἡ λογικὴ αὐτὴ ὑπόθεσις, ὥστε νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ ὁράματος ὡς πραγματικοῦ γεγονότος; Καὶ ἂν ὁ Εὐσέβιος εἶχε λόγους νὰ βάλῃ εἰς τὸ ἔργον του ἕνα παραμυθένιον ὅραμα, ὁ Λακτάντιος δὲν εἶχεν ἀπολύτως κανένα λόγον νὰ δημιουργήσῃ ἕνα παραμυθένιον ὄνειρον. Καὶ ἂν προσχωρούσαμεν εἰς τὴν ἄποψιν τοῦ Γ. Κορδάτου καὶ ἀποῤῥίπταμεν εἰς φανταστικὰς τόσον τὰς ἱστορήσεις ποὺ μᾶς παρέχει ὁ Εὐσέβιος ὅσον καὶ αὐτὰς ποὺ μᾶς παραδίδει ὁ Λακτάντιος, ποῖον ἆρά γε εἶνε τὸ συγκλονιστικὸν γεγονὸς ποὺ ἐσυνέβη εἰς τὴν προσωπικὴν ζωὴν τοῦ Μ. Κωνσταντίνου καὶ ποὺ ἐπηρέασε τόσον ἐντόνως τὴν θρησκευτικήν του συνείδησιν; Διότι ἐκεῖνο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἀγνοήσωμεν εἶνε ὅτι ἐκείνην τὴν ἡμέραν κάτι συνταρακτικὸν διεδραματίσθη εἰς τὴν συνείδησίν του.
       Ἐξ ἴσου ἀβάσιμος ὅμως εἶνε καὶ ἡ ἄποψις ποὺ ἀποδίδει τὴν θεοσημίαν εἰς φυσικὰ αἴτια. Εἰδικότερον ὑπάρχει ἡ ἐκτίμησις ὅτι αὐτὸ ποὺ εἶδεν ὁ Μ. Κωνσταντῖνος δὲν ἦτο τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὸ φαινόμενον "ἅλως". Ἕνα φαινόμενον τοπικὸν καὶ παροδικόν, ἀνάλογον μὲ τὸ οὐράνιον τόξον. Ὑποστηρίζεται ὅτι τὸ φαινόμενον αὐτὸ δημιουργεῖται ὅταν αἱ ἡλιακαὶ ἀκτῖνες πέφτουν ὄχι ἐπάνω εἰς σταγόνας βροχῆς, ἀλλὰ ἐπάνω εἰς παγοκρυστάλλους. Συμφώνως μὲ τοὺς ὑποστηρικτὰς τῆς θεωρίας αὐτῆς, συνήθως σχηματίζεται ἡ μορφὴ φωτεινοῦ δακτυλίου, ποὺ εἰς τὸ ἐσωτερικόν του ἔχει ἕνα φωτεινὸν σταυρόν. Ἡ ἐκδοχὴ αὐτὴ ὅμως ἔχει ἕνα σοβαρότατον μειονέκτημα. Δὲν δίδει καμμίαν ἀπολύτως ἐξήγησιν διὰ τὴν ἐπιγραφὴν "τούτῳ νίκα".
       Ἀνάλογα προβλήματα ἑρμηνευτικῆς προσεγγίσεως παρουσιάζει καὶ ἡ ἄποψις ποὺ θέλει τὸν Μ. Κωνσταντῖνον νὰ τελῇ εἰς κατάστασιν αὐθυποβολῆς καὶ νὰ βλέπῃ ἕνα θαῦμα, "ἐπειδὴ εἰς τὴν ἐποχήν του ἡ ὕπαρξις τῶν θαυμάτων καὶ τῶν οὐρανίων μηνυμάτων ἦτο κάτι γενικῶς ἀποδεκτόν. Ἀφοῦ ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ ἕνα ὅραμα καὶ ἀφοῦ ὑπὸ τὰς περιστάσεις θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ιδεῖ ἕνα ὅραμα, τότε εἶδε ἕνα ὅραμα" [J. J. Norwich, La conversion de Constantin, Bruxelles, 1931, σ. 56]. Πρὸ τῆς περιγραφῆς τῆς θεοσημίας, ὁ Εὐσέβιος σκιαγραφῶντας τὴν δραματικὴν κατάστασιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ Μ. Κωνσταντίνου, ἔγραφεν ὅτι ἤθελε νὰ προσευχηθῇ, ἤθελε νὰ ζητήσῃ βοήθειαν, ἤθελε κάπου νὰ ἀκουμπήσῃ τὰς ἐλπίδας του, ἀλλὰ δὲν ἤξερεν εἰς ποῖον Θεὸν νὰ ἀπευθυνθῇ. Ἦτο πράγματι τραγικόν. Μία ἀδέσποτος ψυχή, μία ἀδιαμόρφωτος θρησκευτικὴ συνείδησις, μία καρδία ποὺ κάποτε εἶχεν ἀκούση διὰ τοὺς θεοὺς τῆς Ῥώμης, διὰ τὸν θεὸν-ἥλιον, διὰ τὸν Θεὸν-Χριστόν, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκην νὰ γονατίσῃ, νὰ προσευχηθῇ, νὰ ἐκλιπαρήσῃ, νὰ δακρύσῃ καὶ δὲν εὕρισκεν ἀποδέκτην. Ποίου Θεοῦ τὴν πόρταν νὰ κτυπήσῃ; "Τὸ σκότος τῆς ἀγνοίας ἦτο ἁπλωμένον εἰς τὴν ψυχήν του. Ἐπάλευε καὶ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ξεπεράσῃ τὸ ὅριον τοῦ σκότους. Ἐπίστευεν εἰς ἐκεῖνο ποὺ δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀντιληφθῇ" [Λόγος Γέροντος Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου]. Μία τοιαύτη ἀβέβαιος συνείδησις δὲν αὐθυποβάλλεται ποτέ. Μία τοιαύτη ἀβέβαιος συνείδησις δὲν αὐθυποβάλλεται ποτέ. Ἄγεται καὶ φέρεται, πλανᾶται καὶ παλινδρομεῖ, προσπαθεῖ νὰ ὀρθοποδήσῃ, διαμορφώνει εὐολίσθους πνευματικὰς ῥοπάς, ὅμως δὲν αὐθυποβάλλεται. Διατί; Διότι ἁπλούστατα δὲν ἔχουν ἀναπτυχθεῖ ἀκόμη οἱ μηχανισμοὶ ἐσωτερικῆς πειθοῦς ποὺ διεγείρουν τὸ "ἐγὼ" καὶ τὸ ὁδηγοῦν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ μὴ ὑπαρκτοῦ. Δὲ ἔχει ἄποψιν δι᾿ αὐτὸ ποὺ εἶδεν, ἀλλ᾿ ἀντιθέτως ζητεῖ νὰ μάθῃ τί εἶνε αὐτὸ ποὺ εἶδεν. Οὕτω λοιπόν, καλεὶ κοντά του Κληρικοὺς καὶ τοὺς ἐρωτᾶ ποῖο εἶνε τὸ νόημα τοῦ ὁράματος καὶ βεβαίως θέλει νὰ μάθῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα διὰ τὸν Χριστὸν [" Ἠρώτα, τίς τε ὁ τῆς ὀφθείσης ὄψεως λόγος", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.948 - Ι.32]. Ἔκτοτε, κατὰ τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Εὐσεβίου, ἐκράτησε κοντά του μονίμους πνευματικοὺς συμβούλους καὶ ἄρχισε νὰ μελετᾷ τὰ ἱερὰ κείμενα.       

       Ὅμως ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἀρκεῖται μόνον εἰς αὐτά. Ἔχοντας ἐπηρεασθεῖ βαθύτατα ἀπὸ τὰ γεγονότα τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καλεῖ χρυσοχόους καὶ τοὺς παραγγέλλει νὰ κατασκευάσουν σταυροειδῆ σημαίαν ἀπὸ χρυσὸν καὶ πολυτίμους λίθους. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ὑπῆρχε στεφάνι ἀπὸ πολυτίμους λίθους καὶ ἐντὸς αὐτοῦ ἡ ἀπεικόνισις τοῦ χριστιανικοῦ μονογράμματος [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.945 - I.31]. Αὐτὴ ἡ σημαία, ἡ ὀνομασθεῖσα "Λάβαρον", ἐχρησιμοποιήθη ὡς ἀμυντήριον ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ, ἐνῷ ἀργότερον τὸ χριστιανικὸν μονόγραμμα τοποθετήθη καὶ εἰς τὰς περικεφαλαίας τῶν στρατιωτῶν.   

       Ἡ μάχη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ἐναντίον τοῦ Μαξεντίου ἐδόθη τῇ 28ῃ Ὀκτωβρίου τοῦ 312 μ.Χ..
Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος εἰσέρχεται εἰς τὴν Ῥώμην θριαμβευτικῶς. Δὲν ἀποκλείεται μάλιστα νὰ ἦτο ἡ πρώτη του ἐπίσκεψις εἰς τὴν πόλιν αὐτήν. Οἱ Ῥωμαῖοι τῶν ἐπευφημοῦν ὡς ἀπελευθερωτήν. Ἴσως ὅμως μερικοὶ νὰ ἀπογοητεύωνται ὅταν τὸν βλέπουν νὰ ἀρνῆται τὴν προσφορὰν θυσίας εἰς τοὺς θεοὺς τῆς Ῥώμης. Ἀποτελοῦσε μακροχρόνιον παράδοσιν εἰς τὴν Ῥώμην, ὁ νικητὴς αὐτοκράτωρ νὰ εὐχαριστῇ μὲ θυσίαν τοὺς θεούς. Εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου ὅμως, ἡ παράδοσις αὐτὴ καταλύεται ὁριστικῶς [Κωνσταντῖνος Παπαῤῥηγόπουλος, Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, Ἀθῆναι 1932, σ. 309].           

       Μετὰ τὴν κατασκευὴν τῆς σημαίας μὲ τὸ χριστιανικὸν ἔμβλημα, ἡ ἄρνησις θυσίας εἰς τοὺς θεοὺς ἀποτελεῖ τὴν δευτέραν σαφῆ δημοσίαν ἐκδήλωσιν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως τοῦ Μ. Κωνσταντίνου. Ἡ ἀποστροφή του πρὸς τὴν εἰδωλολατρείαν εἶνε φανερά. Αὐτὸ προβληματίζει σοβαρῶς τοὺς συγκλητικούς. Ἀποτελοῦσεν ἐπίσης ῥωμαϊκὴν παράδοσιν ἡ κατασκευὴ ἁψίδος θριάμβου κάτωθεν τῆς ὁποίας εἰσερχόταν ὁ νικητὴς αὐτοκράτωρ. Εἰς τὴν ἁψίδα ὑπῆρχε πάντοτε εὐχαριστήριος ἐπιγραφὴ πρὸς τοὺς θεούς, ἡ εὔνοια τῶν ὁποίων ἦτο μὲ τὸ μέρος τοῦ νικητοῦ. Πῶς ὅμως οἱ συγκλητικοὶ θὰ ἠμποροῦσαν νὰ κάνουν εἰς τὸ κείμενον ἀναφορὰν εἰς θεοὺς πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἤδη ἔδειξε τὴν ἀπαρέσκειάν του; Ἐν τέλει, τὸ κείμενον ποὺ συνετάχθη καὶ ἀσφαλῶς ἐτέθη ὑπ᾿ ὄψιν του, ἀντικαθιστοῦσε τὸν πληθυντικὸν ὅρον "θεοὶ" μὲ τὸν ἐνικὸν "θεότης" (ἐχρησιμοποιήθη ὁ λατινικὸς ὅρος "Divinitas"). Τὸ κείμενον αὐτὸ ἐγράφη εἰς τὴν ἁψίδα ποὺ κατεσκευάσθη τὸ 315 μ.Χ. καὶ διατηρεῖται μέχρι καὶ σήμερον, δίπλα εἰς τὸ Κολοσσαῖον.
       Ὅμως, παρὰ τὰς λεπτὰς ἰσοῤῥοπίας ποὺ ὄφειλε νὰ κρατῇ ὁ Μ. Κωνσταντῖνος ἀπέναντι τῶν εἰδωλολατρῶν, αὐτὸς δὲν ἐδίστασε νὰ φανῇ ἀκόμη πιὸ ἀποκαλυπτικός. Εἰς κεντρικὸν σημεῖον τῆς πόλεως ἔστησεν ἀνδριάντα ποὺ ἐκρατοῦσεν ἕνα δόρυ εἰς σχῆμα σταυροῦ, μὲ τὴν ἐπιγραφὴν "Τούτῳ τῷ σωτηριώδει σημείῳ, τῷ ἀληθεῖ ἐλέγχῳ τῆς ἀνδρείας, τὴν πόλιν ὑμῶν ζυγοῦ τυραννικοῦ διασωθεῖσαν ἠλευθέρωσα" [Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.953 - Ι.40, Κάλλιστος, P.G. 145.1276 - VII.30]. Ἐπίσης, μὲ βασιλικὸν θέσπισμα ἀπέδωσε τὰς περιουσίας εἰς ὅσους τὰς ἐστερήθησαν ἀπὸ τὸν Μαξέντιον, ἀνεκάλεσε τοὺς ἐξορίστους, ἠλευθέρωσε τοὺς φυλακισμένους χριστιανούς, ἀπένειμε τιμὰς εἰς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρας ποὺ εἶχαν διωχθῆ, ἐνῷ δὲν ἐδίσταζε νὰ βοηθᾷ τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ καλῇ εἰς τὸ τραπέζι του "ταπεινοὺς ἀνθρώπους", διότι ἐπίστευεν ὅτι εἰς τὸ πρόσωπόν τους δὲν ἔβλεπε τὸν ἄνθρωπον, ἀλλὰ τὸν Θεόν ["Εὐτελεῖς τῇ τοῦ σχήματος περιβολῇ", Εὐσέβιος, Α΄ Λόγος, P.G. 20.956 - Ι.41 - Ι.43].

       Ὅσον καὶ ἂν θέλουν οἱ ἐπικριταὶ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου νὰ ὑποβαθμίσουν τὸ γεγονὸς τῆς θεοσημίας, εἶνε βέβαιον ὅτι αὐτὸ ἀπετέλεσε σταθμὸν εἰς τὴν ζωήν του. Δὲν ἐξηγεῖται ἀλλοιῶς ἡ ἀπροκάλυπτος καὶ διαρκὴς ἐκδήλωσίς του ὑπὲρ τοῦ χριστιανισμοῦ, μία ἐκδήλωσις ποὺ τοὐλάχιστον εἰς αὐτὸ τὸ στάδιον τῆς ζωῆς του δὲν ἠμποροῦσε νὰ ὑποκρύπτῃ καμμίαν ἀπολύτως πολιτικὴν σκοπιμότητα. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία πὼς ὁ Μ. Κωνσταντῖνος, εἰς αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν περίοδον τοῦ δημοσίου βίου του, ηὗρεν αὐτὸ ποὺ ἐζητοῦσεν. Ἐγνώριζε πλέον εἰς ποῖον Θεὸν ἠμποροῦσε νὰ προσευχηθῇ [Αἰκατερίνα Χριστοφιλοπούλου, Βυζαντινὴ Ἱστορία, σ. 136, Ἀθήνα 1992]. Ἀκόμη καὶ ὁ Arnold Jones, ποὺ ἐξηγεῖ τὸ ὅραμα μὲ μετεωρολογικοὺς κανόνας, γράφει ὅτι "Τὸ τυχαῖον αὐτὸ περιστατικὸν ὁδήγησε τελικῶς τὸν Κωνσταντῖνον εἰς τὴν εἰλικρινὴ ἀποδοχὴν τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν ἐκχριστιανισμὸν τῆς ῥωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας καὶ τὴν δημιουργίαν τοῦ χριστιανικοῦ πολιτισμοῦ τῆς Εὐρώπης.     

Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος
Δημητρίου Ἀποστολίδου
Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου
Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012
σελίδες 56-65


Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΡΩΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ



       Ὁ  Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν περιορίζει τὸ ἐνδιαφέρον του μόνον διὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ῥώμης. Λίαν συντόμως πληροφορεῖται διὰ τὴν πενιχρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς. Ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 312 μ.Χ. ἕως τὸν Ἰανουάριον τοῦ 313 μ.Χ. στέλνει τρεῖς ἐπιστολάς. Ἡ πρώτη ἔχει ὡς ἀποδέκτην τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Καρθαγένης Καικιλιανὸν καὶ αἱ ἄλλαι δύο τὸν ἀνθύπατον (Proconsul) τῆς Ἀφρικῆς Ἀνυλῖνον.

       Εἰς τὴν ἐπιστολήν του πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον Καρθαγένης Καικιλιανὸν γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
« Ἐπειδὴ ἐθεώρησα καλὸν δι᾿ ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἀφρικῆς, Νουμιδίας καὶ Μαυριτανίας, νὰ χορηγηθῇ κάποιο οἰκονομικὸν βοήθημα εἰς ὁρισμένους λειτουργοὺς τῆς ἁγιωτάτης καθολικῆς θρησκείας, ἔδωσα ἐπιστολὰς εἰς τὸν Οὖρσον, τὸν περίφημον οἰκονομικὸν ἐλεγκτὴν τῆς Ἀφρικῆς (ἐπρόκειτο περὶ τοῦ rationalis τῆς Ἀφρικῆς), καὶ τοῦ ἐδήλωσα νὰ σοῦ παραδώσῃ τρεῖς χιλιάδας φόλλεις (ἀργυροχάλκινον νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ). Ἐσὺ ὅταν λάβῃς τὰ χρήματα, φρόντισε νὰ διανεμηθοῦν εἰς ὅσους περιλαμβάνονται εἰς τὸν κατάλογον ποὺ σοῦ ἔστειλα μὲ τὸν Ὅσιον (τὸν Ἐπίσκοπον Κορδούης τῆς Ἱσπανίας). Ἐὰν διαπιστώσῃς ὅτι κάτι λείπει νὰ ἀπευθυνθῇς εἰς τὸν Ἡρακλείδα, τὸν ἐπίτροπον τῶν κτημάτων μας. Ἄλλως τε τοῦ ἔχω δώσει ἐντολὴν νὰ σοῦ μετρήσῃ ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα χρήματα τοῦ ζητήσῃς... Ἡ Χάρις τοῦ μεγάλου Θεοῦ νὰ σὲ προστατεύῃ» [" Ἡ θειότης τοῦ μεγάλου Θεοῦ σὲ διαφυλάξαι ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσιν", Εὐσέβιος, P.G. 20.892 - X.6].

       Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἰσαγάγει κάτι ἐντελῶς καινούριον εἰς τὰς σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ διὰ πρώτην φορὰν τὸ Κράτος χρηματοδοτεῖ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὸ ἔργον τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας.


       Ἡ πρώτη ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν στέλλει εἰς τὸν Ἀνυλῖνον, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν διατακτικόν της χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ εἰς τὴν κυριολεξίαν ἕνα κείμενον ἀρχῶν δημοσίου βίου. 
Γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
«Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τὴν φιλαγαθότητα, ὥστε νὰ θέλωμεν ὄχι μόνον νὰ μὴ βλάπτωμεν αὐτὰ ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχήν ἄλλου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐπιστρέφωμεν εἰς τοὺς κατόχους τους. Διὰ τοῦτο, ὅταν λάβῃς τὴν ἐπιστολήν αὐτήν, νὰ ἐνεργήσῃς ὥστε ὅσα κτήματα ἀνήκουν εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν χριστιανῶν καὶ τώρα κατέχονται ἀπὸ συμπολίτας ἢ τρίτους, νὰ ἐπιστραφοῦν ἀμέσως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν... Φρόντισε λοιπὸν ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν συντόμως, ὥστε νὰ μάθωμεν ὅτι ἔχεις πειθαρχήσει μὲ κάθε ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐντολήν μας». 
       Ἐντύπωσιν μάλιστα προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπευθύνεται εἰς ἕνα ἱεραρχικῶς κατώτερόν του, τοῦ ἀπευθύνει τὸν λόγον εἰς ὕφος ἰδιαιτέρως οἰκεῖον καὶ εὐγενικόν. Εἰσαγωγικῶς τὸν προσφωνεῖ μὲ τὸ "Χαῖρε  Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε ἡμῖν" καὶ ὡς τελικὸν χαιρετισμὸν χρησιμοποιεῖ τὴν φράσιν " Ὑγίαινε, Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε καὶ ποθεινότατε" [Εὐσέβιος P.G. 20.880 - Χ.5].

       Εἰς ἀνάλογον ὕφος εἶνε καὶ ἡ ἑπομένη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀνθύπατον Ἀνυλῖνον, μὲ τὴν ὁποίαν τοῦ ζητᾶ νὰ καταβάλῃ ἀμοιβὴν εἰς τοὺς Κληρικοὺς καὶ ἐπὶ πλέον νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ κάθε δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε ἀπερίσπαστοι νὰ ἐξαντλοῦν τὴν δραστηριότητά τους εἰς τὰ πνευματικά τους καθήκοντα. Εἰς τὴν ἐπιστολήν του δὲν περιορίζεται εἰς μίαν ἁπλὴν παροχὴν τῆς διαταγῆς [ἡ διαταγὴ ἐξεδόθη εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Νόμου τῆς 31.10.313], ἀλλὰ ἐξηγεῖ καὶ τοὺς λόγους ποὺ τὸν ὁδήγησαν εἰς τὴν συγκεκριμένην ἀπόφασιν: 

« Ἐπειδὴ ἀπὸ πολλὰ σημεῖα γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ περιφρόνησις τῆς θρησκείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιέχεται ὁ ὕψιστος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἁγιωτάτην ἐπουράνιον δύναμιν, ἔχει προκαλέσει μεγάλους κινδύνους εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ ἀποδοχὴ καὶ φύλαξίς της ἔχει λειτουργήσει εὐεργετικῶς, τόσον πρὸς τὸ κράτος ὅσον καὶ πρὸς τὰς ἀνθρωπίνους σχέσεις» [Εὐσέβιος, P.G. 20.893 - X.7].





       Μὲ τὰς ἐπιστολάς του αὐτὰς ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἁπλὴν δημοσιοποίησιν τοῦ θρησκευτικοῦ του φρονήματος, ἀλλὰ προάγει τὸν θεσμικὸν ῥόλον τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πιστεύει ὅτι ἡ καθολικὴ ἐπικράτησις τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τόσον τῆς δημοσίας ὅσον καὶ τῆς ἰδιωτικῆς εὐημερίας.


Ἐκ τοῦ βιβλίου:
Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος
Δημητρίου Ἀποστολίδου
Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου
Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012
(Ἔκδοσις Α΄ Μάρτιος 2005)
Σελίδες 67-69