Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐκκλησιαστικὰ Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ἐκκλησιαστικὰ Θέματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

ΠΕΡΙ ΣΥΜΠΡΟΣΕΥΧΩΝ. Πότε γίνεται συμπροσευχή καί πότε δέν γίνεται.

                                         


- (κ. Μουρατίδης) Κοιτάξετε, ὅταν οἱ Κανόνες λέγουν: «Ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ μὲ τοὺς αἱρετικούς», δὲν λέγουν εἰς τί βαθμόν.

- Καὶ μὲ τοὺς ἀκοινωνήτους· τοὺς ἁπλῶς ἀκοινωνήτους.

- (π. Σ.) Μερικοὶ ἀποκλείουν μόνον τὴν «ἐν ἀμφίοις» συμπροσευχὴν ἐντὸς τοῦ Ναοῦ.

- Ἔτσι εἰσέρχεται καὶ ὁ ὑποκειμενικὸς παράγων πλέον καὶ δὲν γνωρίζουμε ποῦ θὰ σταματήσωμε: Πρῶτα δὲν ἐπιτρέπεται «ἐν ἀμφίοις». Μετὰ ἐπιτρέπεται μόνον μὲ ἐπιτραχήλιον. Μετὰ μὲ ἐπιτραχήλιον καὶ φαιλόνι. Μετὰ καὶ μὲ πλήρη στολὴν καὶ μετὰ «δεῦτε λάβετε, φάγετε». Ὄχι, παιδάκι μου. Ἅμα εἰσέλθῃ ὁ ὑποκειμενικὸς παράγων, δὲν σταματᾶ πουθενά. Ἐγὼ εἰς τὴν ζωήν μου ἐσυνήθισα νὰ μὴ αὐτοσχεδιάζω ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖ ποὺ μοῦ δίδει ἡ Ἐκκλησία ἐξουσίαν εἶνε εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐπιτιμίων. «Εἴ τις τῆς παρὰ τῶν πιστευθέντων τῆς παρὰ τοῦ Θεοῦ οἰκονομίας εἰς τὸ ἐλαττῶσαι τὸν χρόνον τῶν ἐπιτιμίων, οὐκ ἔστι καταγνώσεως ἄξιος».  Λέγει ἡ Ἐκκλησία: Ἐγὼ σοῦ βάζω μερικὰ πλαίσια, ἀλλὰ ἐσὺ κινήσου ἐλεύθερα. Ἐκεῖ μπορῶ νὰ αὐτοσχεδιάσω. Βεβαίως, καλὸν εἶνε μὲ τὸν φωτισμὸν τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ὅταν ἡ Ἐκκλησία δὲν μοῦ ἀφήνει περιθώριον αὐτοσχεδιασμοῦ, ποῖος εἶμαι ἐγὼ ποὺ θὰ αὐτοσχεδιάσω;

Ὅταν ἕνας Ἅγιος Ἰωάννης Δαμασκηνὸς ἀρχίζει ἔτσι τὴν δογματικήν του: «Ἐρῶ ἐμὸν οὐδέν», ποῖοι εἴμεθα ἡμεῖς ποὺ θὰ εἴπωμεν: «Εἶπαν αὐτὸ οἱ Πατέρες, ἀλλὰ λέγομεν ἡμεῖς τοῦτο»; Ἕνας κολοσσὸς σοφίας καὶ ἁγιότητος, «Ἐρῶ ἐμὸν οὐδέν». Καὶ λέγει ὁ Μπαλᾶνος, ἡ ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ εἶνε ἡ ἐποχὴ τῆς καθυστερήσεως, δὲν ἔχει ἀνελίξεις καὶ ἐξελίξεις, κ.λπ., εἶνε στατικὴ δὲν ἔχει πρόοδον ἡ Θεολογία, διότι βαδίζει εἰς τὰ ἀχνάρια τῶν παλαιοτέρων Πατέρων. Πρόοδος εἶνε νὰ λέγωμε καὶ ἰδικά μας! Ἀπὸ ἐκεῖ ἀρχίζει ἡ κατάγνωσις τῶν ἀνθρώπων: Ἐμεῖς γνωρίζουμε καλλίτερον ἀπὸ τοὺς Πατέρας. Ποῖος εἶμαι ἐγὼ ποὺ θὰ νομοθετήσω καὶ θὰ εἰπῶ: «Ναί, ἡ Ἐκκλησία λέγει αὐτό, ἀλλὰ ἐγὼ λέγω τοῦτο»; Ποῖος εἶμαι ἐγώ; Δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια, ἅμα εἰσέλθῃ τὸ ὑποκειμενικὸν κριτήριον μέσα μας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ζωήν μου ποτὲ δὲν ἠσθάνθην προβληματισμοὺς ἐκεῖ ποὺ ὁμιλεῖ ἡ Ἐκκλησία.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἔχει γράψει καὶ ἕνα θαυμάσιον δογματικὸν ἔργον, τὸ Ἔκδοσις Ἀκριβὴς τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Εἶνε, θὰ ἔλεγε κανείς, διὰ τὴν ἐποχήν του, ἡ καλλιτέρα σύνοψις τῆς Ὀρθοδόξου Δογματικῆς διδασκαλίας. Καὶ ἐδῶ εἶνε ἡ ταπείνωσις τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ· ἐνῷ ἦτο τόσον σπουδαῖος καὶ τόσον μεγάλος καὶ εἶχε τόσην μόρφωσιν, λέγει: «ἐρῶ ἐμὸν οὐδέν», δὲν θὰ εἰπῶ ἰδικόν μου τίποτε. Θὰ εἰπῶ ὅ,τι ἐδίδαξαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος καὶ οἱ Ἀπόστολοι, ὅ,τι ἐθεσμοθέτησαν αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Θὰ εἰπῶ, λοιπόν, τὴν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας· δὲν θὰ εἰπῶ τίποτε ἰδικόν μου. Πολλοὶ σύγχρονοι θεολογοῦν ἐκ κοιλίας, λέγουν ἢ κάνουν ὅ,τι θέλουν. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, ὁ μέγας αὐτὸς Πατὴρ τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ἤθελε νὰ εἰπῇ τίποτε ἰδικόν του· ἤθελε νὰ συνοψίσῃ τὴν διδασκαλίαν τῶν πρὸ αὐτοῦ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας.

- (Γ. Π.) Πάτερ, ἂν ἐκεῖ εἰς τὴν τράπεζαν τῶν συσκέψεων ὑπάγῃ ἕνας πατὴρ τῆς Ὀρθοδοξίας ποὺ ἔχει τὴν ἀδιάλειπτον προσευχήν, αὐτὸς θὰ χαθῇ;

- Ἀγαπητέ μου, ἂς εἴπωμεν ὅτι ἕνας ἀδελφός μου εἶχε νυμφευθεῖ μίαν Παπικήν. Καὶ τὴν κηδεύουν· τέλος πάντων νύμφη μου εἶνε καὶ τὰ παιδιά της εἶνε ἀνίψια μου. Καὶ ἐπήγαιναν εἰς τὸν Παπικὸν Ναὸν καὶ ἔλεγα ἐκείνην τὴν ὥραν, «Θεέ μου, Σὲ παρακαλῶ, ἀνάπαυσέ την, συγχώρεσέ την, δὲν ξέρει τί ἔκανε· Παπικὴ ἐγεννήθη, ἡ μήτηρ της Παική, ὁ πατήρ της Παπικός», αὐτὸ δὲν τὸ θεωρῶ συμπροσευχή. Ἐγὼ ἐπῆγα ἀπὸ κοινωνικὸν καθῆκον νὰ παραστῶ καὶ ἔκαναν τὴν ἰδικήν μου προσευχήν, μὲ ἰδικόν μου τρόπον. Ἄλλο ἂν τοπικῶς συνέπιπτα. Ἀλλὰ δὲν ἔκανα συμπροσευχήν, ὅπως ἂν ἀνέβαινα εἰς τὸ ψαλτήρι καὶ ἄρχιζα «Ave Maria, Ave Maria», ὅπως λέγουν ἐκεῖνοι, κ.λπ..

- (Γ. Π.) Ὁ... εἶπεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς μίαν τράπεζαν συσκέψεων.

- Ὁ... εἶπε νὰ σηκωθῶμεν ὅλοι μαζύ, Ὀρθόδοξοι καὶ Παπικοὶ καὶ νὰ ἀναπέμψωμεν ἀπὸ κοινοῦ προσευχήν. Ἂν ἐκεῖνος ποὺ κάνῃ ἀδιάλειπτον νοερὰν προσευχὴν τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ῥουφοῦν καφὲ οἱ ἄλλοι, θὰ συνεχίσῃ νὰ προσεύχεται· νὰ μὴ ὁμιλῇ.

- Εἰς τὴν Πρόθεσιν, πάτερ, ἀποκλείεται νὰ τοὺς μνημονεύσωμεν;

- Εἰς τὰς ἰδιωτικὰς προσευχὰς ἠμποροῦμε νὰ μνημονεύωμεν αὐτοὺς ποὺ δὲν εἶχαν κοινωνίαν μὲ τὴν Ἐκκλησίαν· εἰς τὴν Ἁγίαν Πρόθεσιν ὄχι. Καὶ μέσα εἰς τὴν Θείαν Λειτουργίαν ἠμποροῦμε νὰ κάνωμεν ἰδιωτικὴν προσευχὴν διὰ τοὺς ἀδελφούς μας Παπικούς, κ.λπ., ἀλλὰ ὄχι εἰς τὴν τάξιν τῆς λατρείας. Τὰ δίπτυχα ἦσαν πάντοτε κριτήριον τῆς Ὀρθοδοξίας κάθε προσώπου. Ἡ διαγραφὴ ἀπὸ τὰ δίπτυχα ἐσήμαινεν ἔκπτωσιν εἰς αἵρεσιν ἢ σχίσμα.

Προσευχὴν εἰς τὴν Λειτουργίαν ἠμποροῦμε νὰ κάνωμε καὶ διὰ τοὺς εἰδωλολάτρας ἀκόμη. Καὶ ἂν θέλῃ ἕνας νὰ εἰπῇ καὶ διὰ τὸν Νέρωνα, εἰς τὴν Λειτουργίαν: «Θεέ μου, τὸ ἔλεός Σου εἶνε ἄπειρον», ξέρω᾿ γώ, «ἂν θέλῃς νὰ ἐλεήσῃς τὸν Νέρωνα, βάλε τον εἰς τὸν Παράδεισον».

Ἀναφέρεται εἰς τὸ Γεροντικὸν ὅτι κάποιος ἀσκητὴς προσευχόταν δι᾿ ἕνα αὐτοκράτορα Ῥωμαῖον, τὸ ἔλεγε, τὸ ἔλεγε ξανά. Καὶ κάποτε τοῦ λέγει ὁ Θεός: «Ἄφησέ Με, παῦσε νὰ παρακαλῇς δι᾿ αὐτόν, διότι εἶνε ἀσεβέστατος· δὲν μπορεῖ νὰ σωθῇ.

Λέγουν οἱ Κανόνες: «Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ, συνεύξηται, ἀφοριζέσθω. Ὅποιος κάνει συμπροσευχήν, ἔστω καὶ εἰς τὴν οἰκίαν του, ὄχι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, μὲ ἀκοινώνητον, νὰ ἀφορίζεται.

- Ἅμα ἕνας εἶνε νυμφευμένος μὲ Παπικήν, τί γίνεται;

- Νὰ πρόσεχε νὰ μὴ ἔπαιρνε Παπικήν.

- Σχετικῶς μὲ παπικὰς εἰκόνας, τὰς πετοῦμε;

- Ἀσχέτως τοῦ ποῖος τὴν ἔφτιαξεν, ἐφ᾿ ὅσον εἰκονίζει θεῖον Πρόσωπον, ἐσὺ δὲν θὰ τὴν βεβηλώσῃς. Εἰπέ ὅτι εἶνε ἕνας ἄνθρωπος αἱρετικός, σχισματικός, ἔχει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου καὶ ἔχει ἕνα σταυρόν· ἐσὺ αὐτὸν τὸν σταυρὸν ἂν τὸν εὕρῃς, δὲν θὰ τὸν πετάξῃς εἰς τὸ πῦρ. Τὸν σταυρὸν ἂν τὸν ἔφτιαξεν ὁ αἱρετικός, ἰδική του δουλειά. Δι᾿ ἐσὲ ὁ σταυρὸς εἶνε σταυρός, ὅποιος καὶ ἂν τὸν ἔχῃ φτιάξει. Ἂν ὁ Ἄρειος εἶχε φτιάξει σταυρούς, δὲν σημαίνει ὅτι ἡ Ἐκκλησία μετὰ θὰ πετοῦσε τοὺς σταυροὺς αὐτούς. Ὄχι. Τὴν τιμὴν τὴν ἔχει ἡ εἰκὼν διὰ τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον εἰκονίζει ἢ ὁ σταυρὸς αὐτὸς καθ᾿ ἑαυτόν.

- Γέροντα, ξέρουμεν ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ συμπροσευχὴ μὲ τοὺς αἱρετικούς. Εἰς τοὺς Ὀρθοδόξους ναοὺς κατὰ τὴν ὥραν τῆς Θείας Λατρείας ἐπιτρέπεται νὰ συμπροσεύχωνται ἢ νὰ παρίστανται αἱρετικοί;

- Ὄχι, ὑπὸ τὴν ἑξῆς προϋπόθεσιν: Ὅτι δὲν θὰ καλέσωμεν ἡμεῖς ἑτεροδόξους νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν νὰ προσευχηθοῦν. Ἂν ἐν ἀγνοίᾳ μας εἰσέλθουν μέσα, αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἡμεῖς τοὺς ἐκαλέσαμεν εἰς συμπροσευχήν. Ἢ ἂν κάποιος ἔλθῃ ἀπὸ ἐνωρὶς καὶ καθίσῃ μέσα καὶ ἡμεῖς δὲν γνωρίζουμεν οτι εἶνε Παπικὸς ἢ Προτεστάντης, δὲν παραβαίνουμε τοὺς Κανόνας. Παράβασις τῶν Κανόνων εἶνε ὅταν τοὺς καλέσωμε νὰ ἔλθουν νὰ συμπροσευχηθῶμεν. Ἂν εἰσέλθῃ κάποιος ἐν ἀγνοίᾳ μας, ἢ ἂν τὸν γνωρίζωμε καὶ στείλωμε καὶ τοῦ εἰπῶμεν: «Ἄκουσον, οἱ Κανόνες λέγουν δὲν πρέπει νὰ συμπροσευχώμεθα. Σὲ παρακαλοῦμεν ὕπαγε εἰς τὸ καλόν». Καὶ εἰπῇ: «Ὄχι· ἐγὼ δὲν φεύγω!», οὔτε θὰ διακόψωμε τὴν Λειτουργίαν, οὔτε θὰ τὸν τραβῶμε μὲ χέρια καὶ μὲ πόδια, συρτὸν νὰ τὸν βγάλωμεν ἔξω, οὔτε θὰ φέρωμε τὴν ἀστυνομίαν. Ἡ ἔννοια εἶνε νὰ μὴ πηγαίνωμεν ἡμεῖς εἰς τοὺς ναοὺς τῶν ἑτεροδόξων, οὔτε νὰ καλῶμε τοὺς ἑτεροδόξους εἰς τοὺς ἰδικούς μας ναοὺς διὰ συμπροσευχήν.

- Τὸ ἠρώτησα διότι εἰς τὴν Μητρόπολιν Ἀθηνῶν σήμερον ὅπου ἐκκλησιάσθην διὰ κάποιαν ἐκδήλωσιν διὰ τὰ βραβεῖα τοῦ Ὠνάση, ἦτο ὁ Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Σαλβαδὸρ μαζὺ μὲ 3-4 Ἐπισκόπους, εἰς λίαν τιμητικὴν θέσιν. Τοῦ εἶχαν βάλει μίαν πολυθρόνα ἀπέναντι ἀπὸ τὸν θρόνον τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν. Αὐτὸ ἔχει σχέσιν μὲ τό...

- Βεβαίως, ἂν ἦτο μέσα εἰς τὴν Λειτουργίαν, καλὸν ἦτο, νὰ μὴ ἦτο. Τώρα εἰς τὰς ἐκδηλώσεις γενικῶς, τὰς ὁποίας κάνουμεν, ὄχι τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ πολὺ παλαιά, μετέχουν καὶ οἱ ἑτερόδοξοι, ὄχι διὰ λατρείαν, ἀλλὰ δι᾿ αὐτὴν τὴν τιμητικὴν ἐκδήλωσιν. Συνηθίζεται ἀπὸ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος, οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ξένων δογμάτων καὶ οἱ πρέσβεις νὰ καλῶνται εἰς τὴν δοξολογίαν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους καὶ εἰς τὴν ἐθνικήν μας ἑορτήν, ἀπὸ τότε ποὺ καθιερώθη. Αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς συμπροσευχῆς, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἑτεροδόξους, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τοὺς ἑτεροθρήσκους. Ἕνας Μωαμεθανὸς ἢ ἕνας Βουδδιστὴς πρέσβυς, τί θὰ ἔλθῃ; Νὰ προσευχηθῇ εἰς τὸν Χριστόν; Ὅπως μετὰ ὑπάγει εἰς τὴν παρέλασιν, ἔτσι ὑπάγει καὶ εἰς τὸν ναόν. Ἁπλῶς νὰ τιμήσῃ τὴν ἡμέραν ποὺ δι᾿ ἡμᾶς εἶνε εὔφημος. Ἐκεῖ δὲν ἔχει χαρακτῆρα συμπροσευχῆς. Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος, ἐπειδὴ ἐμεῖς ἀντὶ νὰ κάνωμεν εἰς κάποιαν αἴθουσαν αὐτὴν τὴν ἐκδήλωσιν, τὴν κάνουμεν εἰς τὸν ναόν· ἔρχεται ὡς ἐπίσημος προσκεκλημένος ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὴν χαρὰν τοῦ ἔθνους διὰ τὴν ἑορτὴν τῆς παλιγγενεσίας. Δὲν μετέχει εἰς τὴν λατρείαν. Τὸ ἴδιον συνέβαινε καὶ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἐνθρονίσεις καὶ εἰς τὰς κηδείας τῶν Ἀρχιεπισκόπων. Ὅταν ἐνθρονίζεται ὁ ἑκάστοτε Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ὅταν ἀποθνήσκῃ καὶ κηδεύεται, καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ξένων δογμάτων καὶ οἱ πρέσβεις μετέχουν ὡσὰν μίαν προσφορὰ τιμῆς εἰς τὴν ἐξόδιον Ἀκολουθίαν ἢ εἰς τὴν τελετὴν τῆς ἐνθρονίσεως καὶ ὄχι συμπροσευχόμενοι εἰς τὴν λατρείαν. Καὶ οἱ πρέσβεις οἱ ιδικοί μας εἰς μίαν ξένην χώραν θὰ ὑπάγουν εἰς μίαν ἑορτὴν τὴν ὁποίαν ἔχουν ἐκεῖνοι. Αὐτὸ δὲν εἶνε συμπροσευχή. Ἐξ ἄλλου δὲν τοὺς καλοῦμεν ἐμεῖς. Δὲν τοὺς καλεῖ ἡ Ἐκκλησία· τοὺς καλεῖ τὸ Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν. Ἐπειδὴ μεταξὺ τῶν τρόπων μὲ τοὺς ὁποίους ἑορτάζει τὸ ἐπίσημον Κράτος τὴν 1ην τοῦ νέου ἔτους, ἐπὶ παραδείγματι, εἶνε καὶ κάποια ἐκδήλωσις εἰς τὴν Μητρόπολιν. Λέγει: Ἐλᾶτε καὶ ἐσεῖς ἐκεῖ.

- Μά, Γέροντα, δὲν εἶνε μόνον ἐκδήλωσις τῆς πολιτείας.

- Δὲν κάνουν συμπροσευχήν. Διὰ λόγους ἐθιμοτυπικούς. Δὲν τοὺς καλεῖ διὰ νὰ συμπροσευχηθοῦν.

- Πέρυσι εἰς τὸν Πανάγιον Τάφον εἰς τὴν τελετὴν τοῦ Ἁγίου Φωτὸς ἦτο προσκεκλημένος ὁ Ὑπουργὸς Θρησκευμάτων τῶν Ἑβραίων. Δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Ἑβραῖος...

- προσηυχήθη, οὔτε τὸν καλέσαμε διὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὄχι. Αὐτὸ εἶνε μία ἐπίσημος πρόσκλησις διὰ κάποιαν ἐκδήλωσιν α΄ ἢ β΄, τὴν ὁποίαν κάνουμε. Ἄλλο συμπροσευχὴ καὶ ἄλλο ἁπλῆ συμπαράστασις. Νὰ μὴ τὸ δώσῃ ὁ Θεός, ἀλλὰ ἂν τινὸς ἀπὸ ἐσᾶς τὸ τέκνον γνωρίσῃ μίαν παπικὴν καὶ δὲν δέχεται ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ αὐτὴ νὰ γίνῃ Ὀρθόδοξος καὶ τὸ τέκνον πάλιν δὲν δέχεται νὰ ἀποτραβηχθῇ, καὶ γίνῃ ὁ γάμος, ὁ μεικτὸς ὁ λεγόμενος, καὶ Ὀρθόδοξος καὶ Παπικός, ἐσεῖς, ἐφ᾿ ὅσον εἶνε τέκνον σας τί θὰ κάνετε; Θὰ ὑπάγετε καὶ εἰς τὸν Παπικὸν ναόν, ἀλλὰ δὲν θὰ προσευχηθῆτε. Θὰ ὑπάγετε ἁπλῶς διὰ νὰ παραστῆτε εἰς τὴν Ἀκολουθίαν ποὺ γίνεται διὰ τὴν παπικὴν κοπέλλαν. Ἐσεῖς θὰ προσευχηθῆτε εἰς τὸν γάμον τὸν Ὀρθόδοξον ποὺ θὰ γίνῃ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν.

- Γέροντα, πῶς βλέπετε τὴν συμπροσευχὴν τῆς Ἀσσίζης διὰ τὴν εἰρήνην;

- Αὐτά, παιδί μου, εἶνε λάθη, τὰ ὁποῖα κάνουν μεμονωμένοι ἐκπρόσωποι τῆς Ἐκκλησίας. Ἔχουν γίνει κατὰ καιροὺς πολλαὶ συμπροσευχαὶ ἐκπροσώπων τῆς Ἐκκλησίας, φίλων τοῦ Οἰκουμενισμοῦ μὲ ἑτεροδόξους. Αὐτὸ εἶνε καταδικαστέον. Ἐπισήμως ἡ Ἐκκλησία δὲν τὸ κάνει. Μεμονωμένοι ἐκπρόσωποι τὸ κάνουν. Δυστυχῶς. Κάκιστα.

- Γέροντα, τὸ νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν ὥραν τῆς λατρείας μας ἑτερόδοξοι ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ τὴν γνωρίσουν, εἶνε κακόν;

- Ἐὰν γίνεται μὲ ἄδειαν τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι. Ἐὰν γίνεται μὲ πρωτοβουλίαν ἑνὸς ἀτόμου, εἶνε κακόν. Δὲν πρέπει νὰ γίνεται. Ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ τὸ κάνῃ αὐτό. Ἐὰν ἑτερόδοξοι θέλουν νὰ ἰδοῦν τὸ Τυπικόν μας, διότι ἔχουν ἀρχίσει νὰ ἔχουν κάποιον ἐνδιαφέρον διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, αὐτοί, θὰ ἔλεγε κανείς, εἶνε ἕνα εἶδος προκατηχουμένων. Δὲν ἔχομε τὸν θεσμὸν αὐτό, διὰ τοῦτο εἶπα, κατὰ κάποιον τρόπον θὰ ἠμπορούσαμε νὰ τοὺς ἀποκαλέσωμε προκατηχουμένους. Ἂν ἔχωμεν ἀνθρώπους ποὺ λέγουν: «Ἔχω ἀρχίσει ὀλίγον νὰ ἐνδιαφέρωμαι διὰ τὴν Ὀρθοδοξίαν. Θὰ ἤθελα νὰ ἰδῶ τὴν λατρείαν σας», αὐτὸ μπορεῖ ἡ Ἐκκλησία νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ.

Ὅσοι μελετᾶτε τὴν ἱστορίαν θὰ τὸ γνωρίζετε: Ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῆς Ῥωσσίας ἄρχισεν ἀκριβῶς ἀπὸ ἕνα τοιοῦτον περιστατικόν. Οἱ πρέσβεις τοῦ Τσάρου εἶχαν μεταβεῖ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν - εἰδωλολάτραι τότε ὅλοι οἱ Ῥῶσσοι - διὰ θέματα κρατικά. Καὶ περνῶντας ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν εἰσῆλθον μέσα. Ἡ Ἐκκλησία καὶ τότε εἶχε τοὺς Κανόνας ποὺ ἀπαγορεύουν τὸ νὰ συμπροσευχώμεθα μὲ ἑτεροδόξους, μὲ ἑτεροθρήσκους, πολὺ δὲ περισσότερον μὲ εἰδωλολάτρας. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν εἰς τὴν εἴσοδον, οὔτε σήμερον ἔχομεν, οὔτε ποτὲ θὰ ἔχωμεν ἀστυνομικοὺς νὰ ζητοῦν ταὐτότητας. Εἶδαν τόσον κόσμον μέσα καὶ εἰσῆλθαν καὶ αὐτοί. Καὶ τόσον τοὺς ἐγοήτευσεν ἡ λατρεία αὐτή, ἡ Ὀρθόδοξος λατρεία, τὸ Τυπικόν μας τὸ λατρευτικόν, τόσον τοὺς κατέθελξε καὶ τοὺς ἐγοήτευσεν, ὥστε ἐνόμισαν, λέγουν οἱ ἱστορικοί, ὅτι εὑρίσκονται εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Ῥωσσίαν καὶ εἶπαν τὸ τί εἶδαν, καὶ ἀπὸ τότε ἀρχίζει ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῶν Ῥώσσων. Ἀπὸ τὴν παρακολούθησιν τῆς λατρείας εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν ἐκ μέρους τῶν πρεσβευτῶν τοῦ Τσάρου. Ἄν, λοιπόν, ἡ Ἐκλησία δώσῃ τὴν ἄδειαν, μπορεῖ νὰ γίνῃ.

- Ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Χριστιανὸν νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς βουδδιστικοῦ τεμένους;

- Ἐὰν δὲν τὸ κάνῃ μὲ συνείδησιν ὅτι τιμᾶ καὶ προσκυνᾶ τὸν Βούδδαν, ἀλλὰ ἁπλῶς θέλει - μπορεῖ νὰ εἶνε καὶ ἀρχαιολόγος - νὰ πάρῃ κάποιαν ἰδέαν τοῦ τί γίνεται ἐκεῖ, δὲν βλάπτει. Ἐὰν ἔχῃ συνείδησιν ἀσθενῆ, δὲν πρέπει νὰ τὸ κάνῃ. Ὅ,τι ἴσχυε μὲ τὰ εἰδωλόθυτα. Κατ᾿ ἀναλογίαν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἴδιος κανών, τῶν εἰδωλοθύτων, τοῦ Παύλου.

- Γέροντα, πόσον κακὸν εἶνε νὰ ὑπάγῃ κανεὶς ἀπὸ περιέργειαν εἰς μίαν Πρετεσταντικὴν σύναξιν;

- Καλά, ἂν ὑπάγῃ καὶ καθίσῃ 2-3 λεπτὰ ἁπλῶς διὰ νὰ ἰδῇ καὶ νὰ δοξολογήσῃ τὸν Θεὸν διὰ τὴν λατρείαν τὴν ἰδικήν μας, αὐτὸ δὲν εἶνε ἁμαρτία. Ἀλλὰ ὄχι νὰ συμπροσευχηθῶμε. Ποτέ.

- Ἐδημοσιεύθη προσφάτως ἄποψίς τινος ὑψηλὰ ἱσταμένου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, ὅταν κάποιος εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην καὶ δὲν ἔχῃ κοντὰ κάποιον Ὀρθόδοξον ἱερέα, μπορεῖ νὰ κοινωνήσῃ καὶ μὲ τοὺς Παπικούς.

- Αὐτὸ εἶνε λάθος. Βεβαίως καὶ πειράζει. Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν δὲν ὑπάρχουν μυστήρια. Μία εἶνε ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὰ εἶνε οἰκουμενιστικὰ φρονήματα.

- Ἐγράφη ὅτι ὁ Προτεστάντης... συνηντήθη μὲ τὸν Πατριάρχην...

- Ἂν πρόκηται περὶ ἐπισκέψεων ἁβροφροσύνης, δὲν θὰ εἶχεν ἴσως κανεὶς ἀντίῤῥησιν. Ἐδῶ συναντιοῦνται ὁ Γκορμπατσὼφ μὲ τὸν Ῥῆγκαν καὶ ἂν συναντηθῇ καὶ ἕνας ἀρχηγὸς μιᾶς χριστιανικῆς ὁμολογίας - ὄχι ἐκκλησίας· ὁμολογίας - μὲ τὸν Πατριάρχην τὸν ἰδικόν μας καὶ ἀνταλλάξουν μίαν χειραψίαν, ἕνα ἀσπασμόν, δὲν ἐχάθη ὁ κόσμος. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν πρέπει νὰ γίνεται εἶνε αἱ συμπροσευχαί, αἱ συλλειτουργίαι καὶ ὅ,τι ἄλλο ἀπαγορεύουν οἱ Ἱεροὶ Κανόνες. Ὄχι μόνον μὲ τὸν Πάπαν, ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν Σεϊχουλισλάμη, δηλαδὴ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Μωαμεθανῶν· ἂν συναντηθῇ κάπου ὁ Πατριάρχης καὶ αὐτός, πλᾶσμα τοῦ Θεοῦ εἶνε, ὁ Θεὸς τὸν ἔπλασε καὶ ὁ Χριστὸς κατέβη καὶ δι᾿ αὐτὸν εἰς τὴν γῆν καὶ ἴσως αὔριον νὰ γίνῃ Χριστιανός, ἂς τὸν χαιρετήσῃ. Καὶ ἂν εἶνε καὶ καλὸς ἄνθρωπος καὶ εὐγενὴς καὶ φιλόφρων, ἂς ἀνταλλάξουν καὶ ἀσπασμόν. Δὲν θὰ μολυνθῇ ἀπὸ αὐτό. Ὁ Κύριος 'δέχθη τὸ φίλημα τοῦ Ἰούδα. Δὲν ἐμολύνθη ὁ Κύριος ἀπὸ τὸ φίλημα τοῦ Ἰούδα· ὁ Ἰούδας ἔγινε προδότης. Ἄλλο, λοιπόν, μία ἐπίσκεψις ἁβροφροσύνης καὶ ἄλλο ὑποχωρήσεις εἰς τὴν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶνε ἀνεπίτρεπτοι. Ἤδη εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, διὰ τὸ ὁποῖον γνωρίζουμε πόσον ἐμμένει εἰς τὴν παράδοσιν, πηγαίνουν Παπικοὶ καὶ ἱερεῖς καὶ ἐπίσκοποι. Τοὺς δέχονται οἱ ἄνθρωποι φιλοφρόνως καὶ τοὺς χαιρετοῦν καὶ τοὺς τραπεζώνουν καὶ τοὺς κοιμίζουν. Ἀλλὰ δὲν τοὺς ἀφήνουν νὰ συμμετάσχουν εἰς τὰ μυστήρια καὶ εἰς τὴν λατρείαν. Δὲν θὰ τοὺ κλείσωμε τὴν θύραν τοῦ ἄλλου. Θεὸς φυλάξοι! Καὶ Μωαμεθανὸς νὰ ἔλθῃ καὶ Βουδδιστὴς νὰ ἔλθῃ, καὶ θὰ τὸν χαιρετήσωμε καὶ θὰ τὸν βάλωμε νὰ φάῃ καὶ θὰ τὸν βάλωμε νὰ κοιμηθῇ. Δὲν θὰ συμπροσευχηθῶμε μαζύ του. Οἱ Κανόνες τῆς Ἐκκλησίας δὲν λέγουν πουθενὰ νὰ μὴ βάλωμε νὰ φάῃ εἰς ἕνα ἄνθρωπον, ἂν δὲν εἶνε Ὀρθόδοξος Χριστιανός. Νὰ μὴ συμπροσευχώμεθα λέγουν. 

- Τὸ θέμα τοῦ διαλόγου ποὺ συνεχίζεται ἀκόμη...

- Αὐτὸ θὰ ἔλθῃ ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ θὰ συνεχίζεται ἀκόμη.

- Ἀπὸ ἀπόψεως ὀρθοδόξων βλάπτει αὐτό, ἀφοῦ δὲν κάνουν ὑποχωρήσεις. Λέγουν ὅτι εἶνε εὐκαιρία νὰ εἴπωμε τὰς ἀπόψεις μας.

- Ἂν δὲν κάνουν ὑποχωρήσεις, ἂς γίνεται. Ἀλλὰ ἂν κάνουν, βλάπτει. Διότι ἀμβλύνεται τὸ ὀρθόδοξον αἰσθητήριον τοῦ λαοῦ μας. Ἂν δὲν κάνουν ὑποχωρήσεις, ἂς ἀκούουν καὶ οἱ ἄλλοι τὰς ἀπόψεις μας.

- Κάποιος γέρων λέγει ὅτι. ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχουν βιβλία ποὺ ἐξηγοῦν τὴν ὀρθόδοξον διδασκαλίαν, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνωνται διάλογοι.

- Ὑπάρχουν βιβλία, ἀλλὰ καὶ κάποιος διάλογος, κάποιος συμπνευματισμὸς δὲν εἶνε ἐξ ἀρχῆς κακὸς καὶ ἀποκρουστέος. Ἂν οἱ ἰδικοί μας καταθέτουν εἰς τοὺς διαλόγους τὴν μαρτυρίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ δὲν προβαίνουν εἰς καμμιαν ὑποχώρησιν, αὐτὸς ὁ διάλογος εἶνε ὠφέλιμος. Καὶ ὄχι μόνον ὁ διάλογος, ἀλλὰ καὶ ἕνας γενικότερος συμπνευματισμός, διότι αὐτοὶ μὲ τὸν συμπνευματισμὸν βλέπουν καὶ τὴν νοοτροπίαν, τὴν ψυχολογίαν, τὴν πνευματικότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν ὁποίαν δὲν μποροῦν νὰ πάρουν μόνον ἀπὸ τὰ βιβλία. Ἡ Ῥωσσία ἠσπάσθη τὸν Χριστιανισμὸν ἀπὸ ἕνα κατὰ τὸ φαινόμενον τυχαῖον περιστατικόν. Κατὰ τὸ φαινόμενον τυχαῖον· βεβαίως ἦτο οἰκονομία Θεοῦ. Ὅταν εἶχε στείλει ὁ Ῥῶσσος ἡγεμὼν Βλαδίμηρος εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν ἀπεσταλμένους διὰ νὰ διαπραγματευθοῦν κάποιο θέμα μὲ τὸν αὐτοκράτορα τοῦ Βυζαντίου, αὐτοὶ οἱ ἀπεσταλμένοι, ποὺ ἦσαν εἰδωλολάτραι, ἐπέρασαν εἰς ὥραν λειτουργίας ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Σοφίαν καὶ εἰσῆλθον ἐντός. Τόσον τοὺς ἐγοήτευσεν ἡ λατρεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ποὺ ἐνόμισαν οτι εὑρέθησαν εἰς τὸν Θεόν, εἰς τὸν οὐρανόν. Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πατρίδα τους, τὰ εἶπαν αὐτὰ εἰς τὸν Βλαδίμηρον καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ξεκίνησεν ὁ ἐκχριστιανισμὸς τῆς Ῥωσσίας. Ὄχι ἀπὸ κάποιο βιβλίον, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρουσίαν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἡγεμόνος τῆς Ῥωσσίας εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν ἐν ὥρᾳ λειτουργίας. Αὐτὸ τὸ περιστατικὸν ὑπῆρξεν ἡ ἀπαρχὴ τῆς προσελεύσεως τῶν Ῥώσσων εἰς τὸν Χριστιανισμόν. Καὶ σήμερον πολλοὶ εἰς τὴν Δύσιν, βλέποντας τὸν πλοῦτον καὶ τὸ μεγαλεῖον τὸ πνευματικὸν τῆς λατρείας τῆς ἰδικῆς μας, γίνονται ὀρθόδοξοι. Κάποιαν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκούγονταν ἀπὸ ἀπέναντι, ἀπὸ τοὺς Πεντηκοστιανούς, τὰ τραγουδάκια καὶ τὰ παλαμάκια τους - τότε ἐμεῖς ἀκόμη εἴχαμε τὴν περίοδον τῆς Πεντηκοστῆς - σᾶς εἶπα: παιδιά, συγκρίνετε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, αὐτὴν τὴν λατρείαν, τὸ γιοῦπι γιοῦπι γιά, μὲ τὸ «θείῳ καλυφθεὶς ὁ βραδύγλωσσος γνόφῳ ἐῤῥητόρευσε τὸν θεόγραφον νόμον» (εἱρμὸς α΄ ᾠδῆς ἰαμβικοῦ Κανόνος τῆς Πεντηκοστῆς)· συγκρίνετε τὴν ἰδικήν μας τὴν λατρείαν μὲ αὐτὴν τὴν γελοιογραφίαν τῆς λατρείας ποὺ ἔχουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἵνα ἔχωμε μίαν ἐπίγνωσιν τῆς εὐνοίας τοῦ Θεοῦ. Νὰ εὐγνωμονῶμε τὸν Θεὸν καὶ διότι ἐγεννήθημεν ἐντὸς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀπὸ γονεῖς Ὀρθοδόξους Χριστιανούς. Καὶ διότι δὲν παρεσύρθημεν ἀπὸ αὐτὰ τὰ σκύβαλα, ἀπὸ αὐτὰ τὰ ξυλοκέρατα. Δὲν ἐφύγαμεν ἀπὸ τοὺς θησαυροὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, νὰ πηγαίνωμε νὰ ἐσθίωμε τὰ ξυλοκέρατα αὐτῶν τῶν καταστάσεων.

Λοιπόν, ὁ πλοῦτος τῆς λατρείας μας εἶνε ἱκανὸς νὰ συγκλονίσῃ πολλοὺς ἑτεροδόξους καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν. Ἄν, λοιπόν, οἱ διάλογοι, ὁ συμπνευματισμὸς αὐτὸς γίνεται χωρὶς ὑποχωρήσεις εἰς ὅσα ὁρίζουν οἱ ἱεροὶ κανόνες, δὲν βλάπτει. Ἄν, ὅμως, ἀρχίζουν αἱ συμπροσευχαὶ κ.λπ., ἐκεῖ ἀμβλύνεται τὸ ὀρθόδοξον αἰσθητήριον τοῦ λαοῦ μας καὶ γίνεται ζημία. 

- Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀκοῦμε συχνά: «Εἶνε Χιλιαστής. Μὴ πᾶς εἰς τὸ μαγαζί του», πῶς τὸ κρίνετε;

- Δὲν πρέπει νὰ ὑπάγωμεν κοντά του διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτὸς ἐμᾶς, ἂν δὲν εἴμεθα καλῶς κατηρτισμένοι εἰς τὰ ὀρθόδοξα. Καὶ δεύτερον, μὲ τὸ νὰ τὸν κρατῶμεν εἰς ἀπόστασιν, ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τὸν κάνωμε νὰ συνέλθῃ.

Ὅσοι ἔρχονταν εἰς τὸν ἀββᾶν Λώτ, τοὺς ἔστελλε νὰ συναντήσουν καὶ τὸν ἀσθενῆ γέροντα τὸν ὁποῖον εἶχε πιὸ πέρα. Νὰ τοῦ κάνουν ὀλίγην παρέα. Αὐτὸς ἦτο Ὠριγενιστὴς καὶ ἄρχισε νὰ τοὺς λέγῃ διδασκαλίας τοῦ Ὠριγένους. Ὑπάρχι κίνδυνος, λέγει, ἐπειδὴ τοὺς στέλλω καὶ τοὺς λέγει τοιαύτας διδασκαλίας, νὰ νομίσουν οἱ ἄλλοι ἀσκηταὶ ἐδῶ εἰς τὴν ἔρημον ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ὠριγενιστής. Νὰ τὸν διώξῃ δὲν ἤθελεν, ἀλλὰ νὰ μὴ λέγῃ διδασκαλίας αἱρετικάς. «Καὶ ἂν θέλῃ διορθοῦται». Ἂν θέλῃ, λέγει, θὰ διορθωθῇ. «Εἰ δὲ μὴ θέλῃ διορθώσασθαι, ἀφ᾿ ἑαυτοῦ μέλλει παρακαλεῖν τοῦ ἀναχωρῆσαι ἐκ τοῦ τόπου». Μόνος του θὰ ζητήσῃ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸν τόπον, ἂν δὲν θέλῃ νὰ διορθωθῇ. «Καὶ οὐκ ἀπὸ σοῦ γίνεται ἡ ἀφορμή»· καὶ δὲν θὰ εἶσαι ἐσὺ ἡ αἰτία νὰ φύγῃ. «Ἀπελθὼν οὐν ὁ ἀββᾶς ἐποίησεν οὕτως. Καὶ ὁ γέρων ὡς ἤκουσε ταῦτα, οὐκ ἤθελε διορθώσασθαι. Ἀλλ᾿ ἔβαλε παρακαλεῖν λέγων· Διὰ τὸν Κύριον πέμψατέ με ἐντεῦθεν ὅτι οὐ δύναμαι βαστάξαι τὴν ἔρημον. Καὶ Οὔτως ἀναστὰς ἐξῆλθε προπεμπόμενος μετ᾿ ἀγάπης». Ἀγάπην τοῦ ἔδειξαν, τὸν ἐτάισαν, τὸν ἐπότισαν, τοῦ ἔδωσαν κρεβάτι νὰ ἀναπαυθῇ, διότι ἦτο ἄῤῥωστος, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀνεχθοῦν νὰ κηρύσσῃ αἱρετικὰς διδασκαλίας. Καὶ τὸν προέπεμψαν μὲ ἀγάπην, ὅταν μόνος του ἠθέλησε νὰ φύγῃ.

Ἀκόμη καὶ ὁ ἀφορισμὸς τὸν ὁποῖον κάνει ἡ Ἐκκλησία πρὸς τοὺς αἱρετικούς, καὶ αὐτὸς εἶνε μία ὑψίστη ἐκδήλωσις ἀγάπης, ὅσον καὶ ἂν φαίνεται εἰς ἐσᾶς παράδοξον. Καὶ πρὸς τὸν αἱρετικόν, ἀλλὰ κατ᾿ ἐξοχὴν πρὸς τοὺς Ὀρθοδόξους. Θὰ ἰδῆτε πολλὰς φορὰς εἰς τὰ Πρακτικὰ τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων νὰ γράφουν οἱ Πατέρες: «Ἐπιδακρύσαντες οὖν καὶ στενάξαντες ἐπὶ τῇ παντελεῖ τούτων ἀπωλείᾳ...» προβαίνομεν εἰς τὴν ἀπόφασιν. Ἐπιδακρύσαντες καὶ στενάξαντες διὰ τὴν ἀμετανοησίαν του, διὰ τὴν πώρωσίν του, προσπαθήσαμε νὰ τὸν κάνωμε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν πλάνην, ἐστάθη ἀδύνατον, καὶ τώρα ἀλγοῦντες, μὲ βαρειὰν καρδίαν, μὲ ὀδύνην ψυχικὴν πολλήν, δὲν ἠμποροῦμε νὰ κάνωμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀποχωρίσωμεν αὐτὸ τὸ πρόβατον ἀπὸ τὴν μάνδραν διὰ νὰ μὴ μολύνῃ καὶ τὰ ἄλλα πρόβατα. Καὶ κάνοντας αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἴσως τοῦ ἐπιφέρουμε κάποιον ψυχικὸν συγκλονισμόν - ἀφοῦ βλέπει ὅτι φεύγει, τὸν διώχνουμεν ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν - μὲ ἀποτέλεσμα ἐνδεχομένως ἀργότερον νὰ μετανοήσῃ. Καίτοι ἡ μετάνοια τῶν αἱρεσιαρχῶν εἶνε πρᾶγμα πάρα πολὺ δύσκολον, διότι ἔχουν φθάσει εἰς τὴν ἀποκορύφωσιν τοῦ ἐγωισμοῦ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ νὰ βάλουν ἀπὸ τὴν μίαν μεριὰν τὸν ἑαυτόν τους καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην τὴν Ἐκκλησίαν. «Ἡ Ἐκκλησία λέγει αὐτό, ἐγὼ λέγω αὐτό»! Εἶνε πάρα πολὺ δύσκολον. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης λέγει: «Ὅσα ἁμαρτήματα τοῦ λογιστικοῦ τῆς ψυχῆς  ἅπτεται μέρους - τὰ ἁμαρτήματα τῶν αἱρέσεων δηλαδή - χαλεπώτερα παρὰ τῶν Πατέρων ἐκρίθη καὶ μείζονος καὶ διαρκεστέρας καὶ ἐπιπονωτέρας τῆς ἐπιστροφῆς ἄξια» (Κανὼν Β΄). Εἶνε πολὺ εὐκολώτερον νὰ μετανοήσῃ ἕνας βαρειὰ ἁμαρτωλός, ἕνας πόρνος, ἕνας μοιχός, ἕνας φονεύς, ἕνας λαθρέμπορος... , ἀπὸ τὸ νὰ μετανοήσῃ ἕνας αἱρεσιάρχης, ὄχι αἱρετικός, ὀπαδὸς κάποιας αἱρέσεως - αὐτὸ δὲν εἶνε τόσον δύσκολον - ἀλλὰ ἕνας αἱρεσιάρχης, ἕνας ποὺ ἔφτιαξεν αἵρεσιν ἰδικήν του καὶ ἀπέκτησεν ὀπαδούς· αὐτὸς ἔφθασεν εἰς τὴν ἀποκορύφωσιν τοῦ ἀνθρωπίνου ἐγωισμοῦ καὶ εἶνε πάρα πολὺ δύσκολον νὰ μετανοήσῃ. Θὰ ἔλεγε κανεις: αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει πωρωθῆ. Πάντως καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἡ Ἐκκλησία τὸ κάνει καὶ δι᾿ αὐτό. Ἂν ὑπάρχῃ κάποια ἐλπίς, νὰ συγκλονισθῇ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς καὶ νὰ ὁδηγηθῇ εἰς μετάνοιαν.

- Γέροντα, ἂν ἕνας ἀρτοποιὸς ἔχῃ ἐνοικιάσει οἴκημά του εἰς Χιλιαστὰς διὰ εὐκτήριον οἶκον, κάνει νὰ ψωνίζωμεν ἀπὸ τὸν φοῦρνόν του;

- Καλὸν εἶνε ὅσους ξέρουμεν ὅτι εἶνε ἐγνωσμένοι αἱρετικοὶ ἢ τοὺς διευκολύνουν, νὰ ἔχωμε μίαν ἀπόστασιν ἀπὸ αὐτούς. Καλὸν εἶνε. Καλὸν καὶ ἐπιβεβλημένον· ὄχι ἁπλῶς καλόν.



Ἐκ τοῦ βιβλίου:

Τρέφοντας τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ

Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου

Ἐπιμελείᾳ Ἀρχιμανδρίτου Ἰωάννου Κωστὼφ

Ἐκδόσεις Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς

Ἔκδοσις Β΄

Σταμάτα 2017

Σελίδες 205-218

Κυριακή 17 Μαρτίου 2019

ΣΚΑΝΔΑΛΙΣΜΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΗΣΤΕΙΑΝ

Σχετική εικόνα


       Μερικοὶ ἔχουν παρεξηγήσει τὴν ἐντολὴν τοῦ Κυρίου περὶ ἀποφυγῆς ἐπιδείξεως τῆς νηστείας καὶ ὅταν εὑρεθοῦν μαζὶ μὲ ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν τὰς νηστείας, καταλύουν καὶ αὐτοί, ἐνῷ εἰς τὴν οἰκία των νηστεύουν.

«Ἔφαγα κρέας», λέγουν, «παρ᾿ ὅτι ἦτο Παρασκευή, διὰ νὰ μὴ τοὺς σκανδαλίσω»!!!

       Πρέπει βεβαίως νὰ προσέχωμεν πολὺ νὰ μὴ σκανδαλίσωμεν τοὺς συνανθρώπους μας, ἀλλ᾿ ὁ σκανδαλισμὸς αὐτός, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφεύγωμεν, εἶνε ὁ σκανδαλισμὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν παράβασιν τῶν Νόμων τοῦ Θεοῦ ἢ τῶν ἐντολῶν τῆς Ἐκκλησίας. Σκανδαλισμὸς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν τήρησιν τῶν Νόμων τοῦ Θεοῦ ἢ τῶν ἐντολῶν τῆς Ἐκκλησίας (ἂν πράγματι ὑπάρχει καὶ τοιοῦτος «σκανδαλισμός»), πρέπει νὰ μᾶς ἀφήνῃ τελείως ἀδιαφόρους! Ἂν ὑπάρχουν (καὶ βεβαίως ὑπάρχουν) ἄνθρωποι ποὺ σκανδαλίζονται διότι βλασφημοῦμεν, ἢ αἰσχρολογοῦμεν, ἢ ψευδόμεθα, ἢ καταλύομεν τὰς νηστείας κ.λπ. κ.λπ., τότε ἡ ἐνοχή μας εἶνε διπλῆ: Εἴμεθα ἔνοχοι καὶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν ποὺ διαπράττομεν καὶ διὰ τὸν ἐξ αὐτῆς σκανδαλισμὸν τῶν ἀδελφῶν μας. Ἀλλ᾿ ἂν ὑπάρχουν (ἂν ὑπάρχουν...) ἄνθρωποι πού... σκανδαλίζονται (!), διότι ἡμεῖς προσευχόμεθα, ἐξομολογούμεθα, μεταλαμβάνομεν τῶν θείων Μυστηρίων, τηροῦμεν τὰς νηστείας κ.λπ., ἂς σκανδαλίζωνται καὶ ἂς λέγουν ὅ,τι θέλουν! Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν καλῶς ὅτι ἄλλο πρᾶγμα εἶνε ἡ ἐπίδειξις καὶ ἄλλο πρᾶγμα εἶνε ἡ ὁμολογία. Ὁ  Χριστιανὸς ποὺ θὰ εὑρεθῇ μαζὶ μὲ ἄλλους ἐνώπιον τραπέζης εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν φαγητὰ πασχαλινά, ἐνῷ εἶνε ἡμέρα νηστείας, ὀφείλει ἤρεμα καὶ ταπεινά, χωρὶς φαρισαϊκοὺς κομπασμοὺς καὶ καυχησιολογίας, νὰ ἀρνηθῇ νὰ φάγῃ ἀπὸ τὰ φαγητὰ αὐτά. Τοῦτο δὲν εἶνε ἐπίδειξις, εἶνε στοιχειώδης συνέπεια πρὸς τὰς ἀρχάς του, εἶνε ὁμολογία τῆς ἰδιότητός του ὡς πειθαρχικοῦ τέκνου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Μὲ τὴν στάσιν του δὲ αὐτὴν θὰ διδάξῃ καὶ τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν πράττουν καλῶς παραβαίνοντες τοὺς θεσμοὺς τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῷ ἐὰν φάγῃ καὶ αὐτός, θὰ διδάξῃ ἐμπράκτως καὶ τοὺς ἄλλους ὅτι ἠμποροῦν νὰ ἀδιαφοροῦν διὰ τὰς ἐντολὰς τῆς Ἐκκλησίας. «Ἀφοῦ αὐτὸς - θὰ σκεφθοῦν οἱ ἄλλοι -, ποὺ ἐκκλησιάζεται τακτικῶς καὶ ἐξομολογεῖται καὶ κοινωνεῖ, τρώγῃ, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ νηστεία δὲν εἶνε τίποτε. Καλῶς λοιπὸν πράττομεν καὶ ἡμεῖς ποὺ δὲν νηστεύομεν»...


Ἀρχιμανδρίτου Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
Περίοδος Τριῳδίου, Τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ἔτος 1
Ἱερὸν Ἡσυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος
Ἔκδοσις Θ΄, Ἀθήνα Μάρτιος 2012
Σελίδες 34-36

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Ἡ Νηστεία τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων

       



       Νεαρὸς θεολόγος ἠρώτησεν ἡμᾶς περὶ τῆς γενομένης διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ Ἡμερολογίου, συντμήσεως τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Συγκεκριμμένως τὸ ἐρώτημα ἦτο: 
« Ἐπετρέπετο ὁ ἐπελθών, διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου, περιορισμὸς τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων; Καὶ ὁ περιορισμὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐνίοτε φθάνει μέχρι καταργήσεως τῆς νηστείας, μήπως ἀποτελεῖ δικαιολογίαν διὰ τὴν στάσιν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν;». 
Ἐπειδὴ ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις ἔχει γενικώτερον ἐνδιαφέρον, κρίνομεν σκόπιμον νὰ καταχωρίσωμεν αὐτὴν εἰς τὰς στήλας τοῦ " Ὀρθοδόξου Τύπου" ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ ὠφελήσῃ καλοπροαιρέτους ψυχάς. 
Λοιπόν:

       Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ διορθωμένου Ἰουλιανοῦ, καὶ ὄχι τοῦ Γρηγοριανοῦ, ὡς ἰσχυρίζονταί τινες ἀμαθεῖς ἢ κακόπιστοι,  Ἡμερολογίου εἰς τὴν Ἐκκλησίαν μας περιώρισε κατὰ δέκα τρεῖς ἡμέρας τὴν νηστείαν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐνίοτε δέ, ὅταν τὸ Πάσχα εἶνε ὄψιμον, τὴν ἐξαφανίζει τελείως. Τοῦτο ὅμως πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τοῦ νὰ δικαιολογῇ τὴν ἀνταρσίαν τῶν Παλαιοημερολογιτῶν κατὰ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ἤθελον νὰ κρατήσουν τὸ Παλαιὸν Ἡμερολόγιον, διατηροῦντες ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν κανονικὴν κοινωνίαν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας, οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων. Αὐτό, ἄλλωστε, ἔπραξε τὸ Ἅγιον Ὄρος. Ποῖος τὸ κατέκρινε; Ὁ περιορισμὸς τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων (ἡ ὁποία, σημειωτέον, ὑπὸ οὐδεμιᾶς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἐνομοθετήθη, ἀλλ᾿ ἁπλῶς καθιερώθη παλαιόθεν ἐν τῇ πράξει, ὡς τοιαύτη δὲ εἶνε σεβαστὴ ἀναμφιβόλως,) δὲν ἐγένετο ὑπὸ τοῦ α΄ ἢ β΄ ἀτόμου, λαϊκοῦ ἢ Κληρικοῦ, ἀλλ᾿ ἐγένετο ἐπισήμως ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς διορθώσεως τοῦ Ἡμερολογίου. Αἱ ἄλλαι δὲ Ἐκκλησίαι, αἱ ἐμμείνασαι ἐν τῷ Παλαιῷ Ἡμερολογίῳ, δὲν διέκοψαν τὴν μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἢ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως κοινωνίαν παρὰ τὴν (κακῶς γενομένην, ὡς ἔχομεν πλειστάκις γράψει,) ἀλλαγὴν τοῦ Ἡμερολογίου καὶ τὸν ἐκ ταύτης προελθόντα περιορισμὸν τῆς νηστείας τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἀλλὰ συνέχισαν τὰς μετ᾿ αὐτῆς κανονικὰς σχέσεις. Κατόπιν τῶν ὡς ἄνω, ποῖος ἔχει δικαίωμα νὰ διαῤῥηγνύῃ τοὺς μετὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος κανονικοὺς δεσμούς, χωρὶς νὰ καθίσταται ΥΠΕΡ-Ἐκκλησία; Ἀλλ᾿ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καθίσταται ΥΠΕΡ-Ἐκκλησία, τίθεται ἁπλῶς ἐκτὸς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ γίνεται σχισματικὸς ἢ αἱρετικός.
       Ἀπορῶ μάλιστα πῶς οἱ Παλαιοημερολογῖται, μὲ τὴν νοοτροπίαν τὴν ὁποίαν ἔχουν, δέν... ἀναθεματίζουν καὶ ὅλους τοὺς Πατριάρχας, ὅλους τοὺς Ἐπισκόπους, ὅλους τοὺς Κληρικούς, ὅλας τὰς Συνόδους, ὅλας τὰς Ἐκκλησίας, ὅλους τοὺς Ἁγίους, ὅλους τοὺς πιστούς, ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος μέχρι σήμερον. Θὰ ἐρωτηθῶμεν: Διατί;
       Διότι, ἁπλούστατα, μέχρι τότε, δηλαδὴ μέχρι τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος, ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων δὲν διήρκει ὅσον σήμερον, ἀλλ᾿ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα.

       Ἐξηγοῦμαι ἀναλυτικώτερον: Ἡ νηστεία αὕτη ἀρχικῶς ἦτο διαρκείας μιᾶς ἑβδομάδος. «Τῇ γὰρ ἑβδομάδι μετὰ τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν ὁ λαὸς νηστεύσας ἐξῆλθε περὶ τὸ κοιμητήριον εὔξασθαι» [Μεγάλου Ἀθανασίου, "Περὶ τῶν διαβαλλόντων τὴν ἐν τῷ διωγμῷ φυγὴν αὐτοῦ", παρ. 6. (Β.Ε.Π.Ε.Σ., 31, 36)]. 
Καὶ αἱ " Ἀποστολικαὶ Διαταγαὶ" ὁρίζουν (Ε, ΧΧ, 14): «Μετὰ οὖν τὸ ἑορτάσαι ὑμᾶς τὴν Πεντηκοστὴν ἑορτάσατε μίαν ἑβδομάδα καὶ μετ᾿ ἐκείνην νηστεύσατε μίαν ἑβδομάδα» (Β.Ε.Π.Ε.Σ., 2, 93). Ἀσχέτως τοῦ χρόνου ἐνάρξεως τῆς νηστείας, ἀφοῦ τὸ πρῶτον κείμενον ἐννοεῖ αὐτὴν γινομένην κατ᾿ αὐτὴν ταύτην τὴν ἑβδομάδα τῆς Πεντηκοστῆς, δηλαδὴ ἀρχομένην ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς Πεντηκοστῆς (*), ἐνῷ τὸ δεύτερον κείμενον ἐννοεῖ αὐτὴν γινομένην μίαν ἑβδομάδα βραδύτερον, τὸ βέβαιον εἶνε ὅτι τότε ἡ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν νηστεία ἦτο διαρκείας μιᾶς καὶ μόνον ἑβδομάδος. Τότε δὲν εἶχεν ἀκόμη θεσπισθῆ ἡ ἑορτὴ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων τῇ 29ῃ Ἰουνίου. Παρὰ ταῦτα ἡ νηστεία αὕτη συνεδέετο πρὸς τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους, διότι οὗτοι μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν ἐξαπεστάλησαν εἰς τὸ κήρυγμα.
[(*) Τὸ προηγούμενον αὐτὸ παρέχει, νομίζομεν, ποιάν τινα λύσιν εἰς τὴν περίπτωσιν καθ᾿ ἥν, λόγῳ λίαν ὀψίμου Πάσχα, δὲν μεσολαβεῖ χρονικόν τι διάστημα μεταξὺ Κυριακῆς ἁγίων Πάντων καὶ ἑορτῆς ἁγίων Ἀποστόλων. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἂς τηρῆται μικρά τις νηστεία ἐν αὐτῇ τῇ ἑβδομάδι τῆς Πεντηκοστῆς (καίτοι αὕτη εἶνε καταλύσιμος), κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν πιστῶν τῆς ἐποχῆς τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου.]

       Κατὰ τοὺς μετέπειτα ὅμως αἰῶνας ἡ νηστεία αὕτη κατέστη λίαν ἐκτεταμένη. Ἤρχιζεν ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Πάντων καὶ ἐπερατοῦτο τῇ 14ῃ Αὐγούστου! Περιελάμβανε δηλαδὴ καὶ ὁλόκληρον τὸν μῆνα Ἰούλιον, πρᾶγμα ὅπερ σημαίνει ὅτι ἦτο ἡ μακροτέρα νηστεία τοῦ ἔτους, ὑπερβαίνουσα κατὰ πολὺ εἰς μῆκος καὶ αὐτὴν τὴν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν. Ἐνῷ δηλαδὴ ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ὁμοῦ μετὰ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, φθάνει τὰς 48 ἡμέρας, ἡ νηστεία τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, ἐν περιπτώσει μὲν ὀψίμου Πάσχα, ἔφθανε τὰς 55 ἡμέρας, ἐν περιπτώσει δὲ πρωΐμου Πάσχα, ἔφθανε τὰς 89 ἡμέρας! Ἐπ᾿ αὐτοῦ ἔχομεν σαφεστάτην μαρτυρίαν τοῦ κατὰ τὸν Ζ΄ αἰῶνα ἀκμάσαντος ἁγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου: « Ἡ δὲ μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν νηστεία, αὕτη ἐστὶν ἡ ἐν ταῖς Διατάξεσι τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ῥηθεῖσα. Φασὶ γὰρ ἐν ταύταις, ὅτι μετὰ τὴν Πεντηκοστὴν ἑορτάσατε ἑβδομάδα μίαν καὶ μετ᾿ ἐκείνην νηστεύσατε... Ἐνηστεύετο τοιγαροῦν ἡ τοιαύτη νηστεία (σημ.: κατὰ τοὺς πρὸ τοῦ ἁγίου Ἀναστασίου χρόνους) μέχρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου· ὑπὸ δὲ τῶν ἁγίων Πατέρων δι᾿ οἰκονομίαν ἐξεκόπη, τὸ μὲν διὰ τὸ παρεμπίπτειν ταῖς ἐθνικαῖς νηστείαις... τὸ δέ, ὡς ἔμοιγε καταφαίνεται, καὶ διὰ τὴν ὀλιγωρίαν καὶ τὸ ἀπρόθυμον τῶν ἀνθρώπων· ἐτυπώθη δὲ ἄχρι τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων νηστεύειν, εἶθ᾿ οὕτως ἐπιλύειν· εἶτα ἀπ᾿ ἀρχῆς Αὐγούστου νηστεύειν, ἄχρι τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, καὶ πάλιν διαλύειν...». Ὁλόκληρος δηλαδὴ μήν, ὁ Ἰούλιος, ἀφῃρέθη! ( Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου, "Περὶ τῶν ἁγίων Τεσσαρακοστῶν", Γ. Ῥάλλη-Μ. Ποτλῆ "Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν Κανόνων", τόμ. δ΄, σελ. 583-584).

       Τί "κάθηνται" οἱ ἀγαπητοὶ Παλαιοημερολογῖται, οἱ μὴ ἀνεχόμενοι οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς ἀρχαῖα ἔθιμα καὶ παραδόσεις; Ἐὰν εἶνε συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς, ὀφείλουν, πρῶτον, νὰ ἐπαναφέρουν τὴν νηστείαν αὐτὴν εἰς τὴν πρὸ τοῦ Ζ΄ αἰῶνος θέσιν της, ὥστε νὰ καλύπτῃ καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἰούλιον· καὶ δεύτερον, ὀφείλουν νὰ ἀποκηρύξουν ὅλας τὰς Ἐκκλησίας, ἀπὸ τοῦ Ζ΄ αἰῶνος ἕως σήμερον, ἐφ᾿ ὅσον αὗται ἐτόλμησαν νὰ περικόψουν ἀρχαιοπαράδοτον νηστείαν. Δὲν θὰ ἐξαιρέσουν, ἐννοεῖται, τῆς ἀποκηρύξεως καὶ τὸν ἅγιον Ἀναστάσιον, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ μετὰ συμπαθείας καὶ ὄχι μετὰ βδελυγμίας περὶ τῶν τολμησάντων τό... ἀνοσιούργημα τῆς περικοπῆς, τοὺς ὁποίους μάλιστα ὀνομάζει - ἄκουσον! ἄκουσον! - καὶ "ἁγίους Πατέρας"! Ἂν εἶνέ ποτε δυνατὸν "ἅγιοι Πατέρες" νὰ περικόπτουν νηστείας!... Ἀναμένομεν! Μεταξὺ τῶν ἀποκηρυχθησομένων θὰ εἶνε βεβαίως καὶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὁ ὁποῖος: α΄) Δὲν κατήργησε τὴν πρὸ αὐτοῦ γενομένην σύντμησιν τῆς ῥηθείσης νηστείας. Καὶ β΄) Ἐπὶ πλέον ὥριζεν ὅτι κατὰ τὰς ἑορτὰς καὶ τὰ Σάββατα καὶ τὰς Κυριακὰς τόσον τῆς νηστείας αὐτῆς, ὅσον καὶ τῆς τοιαύτης τῶν Χριστουγέννων, πλὴν τῆς καταλύσεως ἰχθύος, ἐπιτρέπεται καὶ κατάλυσις τυροῦ καὶ ὠῶν!... Ἰδοὺ οἱ λόγοι αὐτοῦ: «Εἰς δὲ τὴν Τεσσαρακοστὴν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων ἰχθύας καὶ τυρὸν καὶ ὠὸν οὐκ ἐσθίομεν, πλὴν τῶν ἡμερῶν ἐν αἷς ὥραν οὐ ψάλλομεν... ἐν δὲ ταῖς ἀργησίμοις ἐν αἷς ἠνιξάμεθα τυρὸν ἐσθίειν καὶ τὰ λοιπά, τῇ στ΄τρώγοντες, τῇ γ΄πίνομεν, καὶ ὀψὲ β΄. Οὗτος τύπος καὶ τῇ Τεσσαρακοστῇ τοῦ ἁγίου ἀποστόλου Φιλίππου...» (Ε.Π. Migne 99, 1713-1716) (*).
(*) [Ὁ αὐτὸς ἅγιος Πατήρ, ὁμιλῶν καὶ περὶ τῆς νηστείας τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἐδίδασκεν ὅτι ἐπιτρέπεται κατάλυσις ἰχθύος οὐ μόνον κατὰ τὴν Κυριακὴν τῶν Βαΐων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πρὸ αὐτῆς Σάββατον τοῦ Λαζάρου! "Ἰχθύας δὲ οὐδαμῶς ἐσθίομεν τὴν ἁγίαν αὐτὴν νηστείαν (τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς), πλὴν ἡμέρᾳ τοῦ Σαββάτου καὶ τῇ Κυριακῇ τῶν Βαΐων, εἰς δόξαν τοῦ κατελθόντος ἐκ τῆς νηστείας καὶ συνεσθιασθέντος ἐπὶ τῇ τοῦ Λαζάρου ἐγέρσει"! (Ε.Π. Migne, 99, 1700)].

       Δὲν εἶνε λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἄξιος... ἀποκηρύξεως;! Πολλῷ μᾶλλον εἶνε ἄξιος ἀποκηρύξεως ὁ Πατριάρχης Ἀντιοχείας Θεόδωρος Βαλσαμὼν (ΙΒ΄ αἰών), ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον ἀποδέχεται τὴν παλαιοτέραν σύντμησιν, ἀλλὰ ὁμολογεῖ, ὅτι εἰς τὴν ἐποχήν του ἡ σύντμησις εἶχε τόσον προχωρήσει, ὥστε εἶχεν ἀφήσει ἀθίκτους μόνον ἑπτὰ ἡμέρας, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς λαϊκούς. «...  Ἡμεῖς δὲ σκοπήσαντες τὰ περὶ τούτου, ἀπολογούμεθα, ὅτι ἐξ ἀνάγκης προηγοῦνται νηστεῖαι πρὸ τῶν τεσσάρων τούτων ἑορτῶν, ἤγουν πρὸ τῆς ἑορτῆς τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν καὶ τῆς Κοιμήσεως τῆς ἁγίας Θεοτόκου, πλὴν ἑπταήμεροι. Μία γὰρ τεσσαρακονθήμερος νηστεία ἐστίν, ἡ τοῦ ἁγίου καὶ μεγάλου Πάσχα. Εἰ δέ τις καὶ πλέον τῶν ἑπτὰ ἡμερῶν κατὰ τὴν ἑορτὴν τῶν ἁγίων Ἀποστόλων καὶ κατὰ τὴν ἑορτὴν τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ νηστεύει ἢ ἑκοντὶ (= ἐξ ἰδίας θελήσεως) ἢ ἀπὸ κτητορικοῦ (= μοναστηριακοῦ) τυπικοῦ συνωθούμενος, οὐ καταισχυνθήσεται» (Γ. Ῥάλλη - Μ. Ποτλῆ, μν. ἔργον, τομ. δ΄ σελ. 488).

       Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ εἴπω ὀλίγα καὶ περὶ μιᾶς ἄλλης νηστείας, ἡ ὁποία σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου κατηργήθη παντελῶς ἐν τῇ πράξει χωρὶς νὰ προκαλέσῃ ὄχι ἀνταρσίας καὶ σχίσματα, ἀλλ᾿ οὔτε κἂν θόρυβον ἢ ἀντιδράσεις. Ἐννοῶ τὴν πρὸ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ νηστείαν, ἡ ὁποία ἦτο πολυήμερος. Μόνον οἱ λαϊκοὶ εἶχον νηστείαν μιᾶς ἡμέρας, ἤτοι τὴν ἰδίαν ἡμέραν τῆς ἑορτῆς τοῦ Σταυροῦ. Οἱ Μοναχοὶ ὅμως εἶχον καὶ πρὸ τῆς ἑορτῆς νηστείαν διαρκείας 4-14 ἡμερῶν! Ἰδοὺ τί μαρτυρεῖ σχετικῶς ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: "Οἱ μὲν οὖν μονάζοντες, εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον τοῦ σταυρικοῦ ξύλου, δέκα καὶ τέσσαρας ἡμέρας διαφυλάττουσιν, ἄλλοι δώδεκα, ἄλλοι τέσσαρας· ὁ δὲ σύμπας λαὸς τοῦ Χριστοῦ, ἁγνοὶ πάντες διατηροῦν αὐτὴν τὴν ἡμέραν τῆς ὑψώσεως, ἤτοι τὴν δεκάτην τετάρτην τοῦ Σεπτεμβρίου μηνός" (Ε. Π. Migne 99, 1696). Ποῦ εἶνε σήμερον ἡ πολυήμερος νηστεία αὕτη πρὸ τῆς ἑορτῆς τοῦ Τιμίου Σταυροῦ; Εἰς ποίας ἱερὰς Μονὰς τηρεῖται; Ποῖοι Μοναχοὶ τὴν γνωρίζουν κἄν; Οὐδαμοῦ τηρεῖται καὶ οὐδεὶς τὴν γνωρίζει! Ἐξέλιπεν ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον χωρὶς νὰ ἀφήσῃ ἴχνη...
       Διὰ τῶν ἀνωτέρω πολὺ ἀπέχω ἀπὸ τοῦ νὰ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως ἢ τοῦ περιορισμοῦ τῶν νηστειῶν, ἔστω καὶ ἂν αὗται δὲν ἔχουν νομοθετηθῆ ὑπὸ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὅπως ἡ νηστεία τῆς Τετάρτης καὶ τῆς Παρασκευῆς καὶ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πιστεύω ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ ἀφεθοῦν ὡς ἔχουν καὶ οἱ Ἐξομολόγοι, ἐν τῇ διακριτικῇ αὐτῶν ἐξουσίᾳ, ἂς οἰκονομοῦν τοὺς πιστοὺς ἀναλόγως πρὸς τὴν δύναμιν ἑκάστου. Ἂς λείψουν αἱ ἀλλαγαὶ καὶ αἱ μεταῤῥυθμίσεις. Ἂς μὴ προκαλῶνται ἀμφισβητήσεις καὶ συγχύσεις. Ἂς πρυτανεύσῃ ἡ ποιμαντικὴ σύνεσις. Ἂς μὴ ταράττωνται αἱ συνειδήσεις τῶν ἁπλουστέρων.
Οἱ Ποιμένες ἡμῶν, ἂς μὴ λησμονοῦν τὸ ἀποστολικὸν ῥῆμα: «Πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα οἰκοδομεῖ» (Α΄ Κορινθίους ι΄ 23).

       Δὲν συνηγορῶ λοιπὸν ὑπὲρ οὐδεμιᾶς μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος τῶν νηστειῶν. Ἁπλῶς θέλω νὰ ἐπισημάνω διὰ τῶν ὡς ἄνω ὅτι ἡμεῖς οἱ πιστοὶ δὲν δυνάμεθα διὰ τοιαῦτα θέματα νὰ δημιουργῶμεν ἐπαναστάσεις κατὰ τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ σχίσματα καὶ κατατμήσεις.


Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,

"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008, σ. 280-285, 
"ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ", φύλλον 22-11-1985

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΥΤΟΜΑΤΟΣ ΚΑΘΑΙΡΕΣΙΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ;

         

        Θὰ ἐρωτηθῶ ἴσως:

       Ἀλλὰ διὰ τὸν Θεὸν εἶνε Ὀρθόδοξος Πατριάρχης ὁ Ἀθηναγόρας; Δεσμεύεται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνθρώπων; Ἀναμένει ἀπόφασιν Συνόδου διὰ τὸν Ἀθηναγόραν, ἵνα θεωρήσῃ αὐτὸν ἐκπεσόντα τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως;

       Ἀγαπητέ μοι π. Νικόδημε, ἀναμφιβόλως ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύεται ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνθρώπων. Πολλάκις οἱ ἄνθρωποι κατεδίκασαν ἀθῴους καὶ ἠθῴωσαν ἐνόχους. (Δὲν ἐννοῶ μόνον ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ). Οὐδεμία ἀντίῤῥησις ὅτι ὁ Θεὸς θὰ ἔχῃ διαγράψει ἐκ τῶν βιβλίων αὐτοῦ πρόσωπα τὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι οὐδέποτε κατεδίκασαν καὶ δὲν θὰ ἔχῃ διαγράψει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι κατεδίκασαν. Ἀλλ᾿ ἡμεῖς, φίλτατε, δὲν εἴμεθα Χερουβεὶμ ἢ Σεραφείμ, ὥστε νὰ ἔχωμε τὴν δυνατότητα νὰ ἀναδιφῶμεν τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Οὐρανοῦ καὶ νὰ βλέπωμεν ποῖοι ἄνθρωποι εἶνε ἐγγεγραμμένοι καὶ ποῖοι διαγεγραμμένοι, ἤ, εἰδικώτερον, ποῖοι Κληρικοὶ ἀναγνωρίζονται καὶ ποῖοι ἀποδοκιμάζονται ὑπὸ τοῦ Θεοῦ.

       Τίς ἐξ ἡμῶν θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ μετ᾿ ἀπολύτου βεβαιότητος καὶ ἀσφαλείας ὅτι οὕτως ἢ οὕτως ἀπεφάσισεν ὁ Θεὸς περὶ τοῦ α΄ ἢ τοῦ β΄ Ἱερέως ἢ Ἐπισκόπου; "Τίς ἔγνω νοῦν Κυρίου; Ἢ τίς σύμβουλος αὐτοῦ ἐγένετο;" (Ῥωμαίους ΙΑ΄ 34). Ἀκόμη καὶ προκειμένου περὶ αἱρέσεως τίς ἀγνοεῖ ὅτι καὶ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν εἶχον πέση εἰς αἱρέσεις ἐξ ἁπλότητος, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ εἶχον ἀγαθὴν προαίρεσιν, ὡδηγήθησαν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ εἰς ἀνάνηψιν; Ποία ἔσται ἡ εὐθύνη ἡμῶν, ἂν ὑποκαταστήσωμεν ἡμεῖς τὴν κρίσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ νομίζομεν ὅτι γνωρίζομεν τὴν κρίσιν τοῦ Θεοῦ; Δὲν εἶνε ἀπείρως προτιμότερον, ὡς ταπεινότερον καὶ ἀσφαλέστερον, τὸ νὰ ἑπώμεθα ταῖς ἀποφάσεσι τῆς Ἐκκλησίας; Ἀδελφέ μου, εἶνε ἐσχάτη πλάνη ἡ γνώμη ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀσφαλεῖς γνῶσται τῆς ψήφου τοῦ Θεοῦ. Οὐαί, χιλιάκις οὐαί, τῇ Ἐκκλησίᾳ, ὅταν τὰ ἄτομα, καὶ μάλιστα οἱ λαϊκοί, κηρύττωσιν ἐπαναστάσεις τοῦ εἴδους αὐτοῦ: "Αὐτὸς εἶνε καθῃρημένος ὑπὸ τοῦ Θεοῦ. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἂν δὲν καθῃρέθη ὑπὸ Συνόδου; Φύγωμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ!... Ἐκεῖνος ἔχει ἀκεραίαν καὶ ἐνεργὸν τὴν Ἱερωσύνην; Ποίαν σημασίαν ἔχει ἂν καθῃρέθη ὑπὸ Συνόδου; Ὁ Θεὸς δὲν δεσμεύεται ἐξ ἀνθρωπίνων ἀποφάσεων. Προσέλθωμεν λοιπὸν εἰς αὐτόν!".

       Εἰς τὰ πλάσματα ταῦτα, τὰ ἀναμφιβόλως καλοπροαίρετα, ἀλλὰ δεινῶς πλανώμενα ὑπὸ τοῦ ἐπαρθέντος καὶ ἰσοθεΐαν φαντασθέντος Ἑωσφόρου, ἁρμόζουν οἱ λόγοι τοῦ θείου Γρηγορίου, τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβεν ὁ ΞΔ΄ Κανὼν τῆς Πενθέκτης Οἰκουμενικῆς Συνόδου: "Τί σεαυτὸν ποιεῖς ποιμένα, πρόβατον ὤν; Τί γίνῃ κεφαλή, ποὺς τυγχάνων; Τί στρατηγεῖν ἐπιχειρεῖς τεταγμένος ἐν στρατιώταις;". Καὶ ὅμως λαϊκοί τινες ἐχειροτόνησαν ἑαυτοὺς οὐχὶ ἁπλῶς Ποιμένας, ἀλλ᾿ Οἰκουμενικὰς Συνόδους!
Ὁ Θεὸς ἂς φανῇ ἴλεως πᾶσιν ἡμῖν!


Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος,
"Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008,
σ. 92-93
Ἀπόσπασμα ἐκ τῆς ἐπιστολιμαίας διατριβῆς του,
ἐν Ἀθήναις τῇ 19ῃ Ἰουνίου 1969

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

Η ΠΡΩΤΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΝ



       Ὁ  Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν περιορίζει τὸ ἐνδιαφέρον του μόνον διὰ τοὺς Χριστιανοὺς τῆς Ῥώμης. Λίαν συντόμως πληροφορεῖται διὰ τὴν πενιχρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀφρικῆς. Ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 312 μ.Χ. ἕως τὸν Ἰανουάριον τοῦ 313 μ.Χ. στέλνει τρεῖς ἐπιστολάς. Ἡ πρώτη ἔχει ὡς ἀποδέκτην τὸν Ἐπίσκοπον τῆς Καρθαγένης Καικιλιανὸν καὶ αἱ ἄλλαι δύο τὸν ἀνθύπατον (Proconsul) τῆς Ἀφρικῆς Ἀνυλῖνον.

       Εἰς τὴν ἐπιστολήν του πρὸς τὸν Ἐπίσκοπον Καρθαγένης Καικιλιανὸν γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
« Ἐπειδὴ ἐθεώρησα καλὸν δι᾿ ἁπάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἀφρικῆς, Νουμιδίας καὶ Μαυριτανίας, νὰ χορηγηθῇ κάποιο οἰκονομικὸν βοήθημα εἰς ὁρισμένους λειτουργοὺς τῆς ἁγιωτάτης καθολικῆς θρησκείας, ἔδωσα ἐπιστολὰς εἰς τὸν Οὖρσον, τὸν περίφημον οἰκονομικὸν ἐλεγκτὴν τῆς Ἀφρικῆς (ἐπρόκειτο περὶ τοῦ rationalis τῆς Ἀφρικῆς), καὶ τοῦ ἐδήλωσα νὰ σοῦ παραδώσῃ τρεῖς χιλιάδας φόλλεις (ἀργυροχάλκινον νόμισμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Διοκλητιανοῦ). Ἐσὺ ὅταν λάβῃς τὰ χρήματα, φρόντισε νὰ διανεμηθοῦν εἰς ὅσους περιλαμβάνονται εἰς τὸν κατάλογον ποὺ σοῦ ἔστειλα μὲ τὸν Ὅσιον (τὸν Ἐπίσκοπον Κορδούης τῆς Ἱσπανίας). Ἐὰν διαπιστώσῃς ὅτι κάτι λείπει νὰ ἀπευθυνθῇς εἰς τὸν Ἡρακλείδα, τὸν ἐπίτροπον τῶν κτημάτων μας. Ἄλλως τε τοῦ ἔχω δώσει ἐντολὴν νὰ σοῦ μετρήσῃ ἄνευ δισταγμοῦ ὅσα χρήματα τοῦ ζητήσῃς... Ἡ Χάρις τοῦ μεγάλου Θεοῦ νὰ σὲ προστατεύῃ» [" Ἡ θειότης τοῦ μεγάλου Θεοῦ σὲ διαφυλάξαι ἐπὶ πολλοῖς ἔτεσιν", Εὐσέβιος, P.G. 20.892 - X.6].

       Ἡ ἐπιστολὴ αὐτὴ εἰσαγάγει κάτι ἐντελῶς καινούριον εἰς τὰς σχέσεις Κράτους καὶ Ἐκκλησίας, ἀφοῦ διὰ πρώτην φορὰν τὸ Κράτος χρηματοδοτεῖ ἀπὸ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὸ ἔργον τῆς διακονίας τῆς Ἐκκλησίας.


       Ἡ πρώτη ἐπιστολὴ τὴν ὁποίαν στέλλει εἰς τὸν Ἀνυλῖνον, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν διατακτικόν της χαρακτῆρα, ἀποτελεῖ εἰς τὴν κυριολεξίαν ἕνα κείμενον ἀρχῶν δημοσίου βίου. 
Γράφει μεταξὺ ἄλλων: 
«Τοιουτοτρόπως ἀντιλαμβανόμεθα ἡμεῖς τὴν φιλαγαθότητα, ὥστε νὰ θέλωμεν ὄχι μόνον νὰ μὴ βλάπτωμεν αὐτὰ ποὺ εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχήν ἄλλου, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ ἐπιστρέφωμεν εἰς τοὺς κατόχους τους. Διὰ τοῦτο, ὅταν λάβῃς τὴν ἐπιστολήν αὐτήν, νὰ ἐνεργήσῃς ὥστε ὅσα κτήματα ἀνήκουν εἰς τὴν Καθολικὴν Ἐκκλησίαν τῶν χριστιανῶν καὶ τώρα κατέχονται ἀπὸ συμπολίτας ἢ τρίτους, νὰ ἐπιστραφοῦν ἀμέσως εἰς τὴν Ἐκκλησίαν... Φρόντισε λοιπὸν ὅλα αὐτὰ νὰ γίνουν συντόμως, ὥστε νὰ μάθωμεν ὅτι ἔχεις πειθαρχήσει μὲ κάθε ἐπιμέλειαν εἰς τὴν ἐντολήν μας». 
       Ἐντύπωσιν μάλιστα προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος ἀπευθύνεται εἰς ἕνα ἱεραρχικῶς κατώτερόν του, τοῦ ἀπευθύνει τὸν λόγον εἰς ὕφος ἰδιαιτέρως οἰκεῖον καὶ εὐγενικόν. Εἰσαγωγικῶς τὸν προσφωνεῖ μὲ τὸ "Χαῖρε  Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε ἡμῖν" καὶ ὡς τελικὸν χαιρετισμὸν χρησιμοποιεῖ τὴν φράσιν " Ὑγίαινε, Ἀνυλῖνε, τιμιώτατε καὶ ποθεινότατε" [Εὐσέβιος P.G. 20.880 - Χ.5].

       Εἰς ἀνάλογον ὕφος εἶνε καὶ ἡ ἑπομένη ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀνθύπατον Ἀνυλῖνον, μὲ τὴν ὁποίαν τοῦ ζητᾶ νὰ καταβάλῃ ἀμοιβὴν εἰς τοὺς Κληρικοὺς καὶ ἐπὶ πλέον νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ κάθε δημοσίαν ὑπηρεσίαν, οὕτως ὥστε ἀπερίσπαστοι νὰ ἐξαντλοῦν τὴν δραστηριότητά τους εἰς τὰ πνευματικά τους καθήκοντα. Εἰς τὴν ἐπιστολήν του δὲν περιορίζεται εἰς μίαν ἁπλὴν παροχὴν τῆς διαταγῆς [ἡ διαταγὴ ἐξεδόθη εἰς τὰ πλαίσια τοῦ Νόμου τῆς 31.10.313], ἀλλὰ ἐξηγεῖ καὶ τοὺς λόγους ποὺ τὸν ὁδήγησαν εἰς τὴν συγκεκριμένην ἀπόφασιν: 

« Ἐπειδὴ ἀπὸ πολλὰ σημεῖα γίνεται φανερὸν ὅτι ἡ περιφρόνησις τῆς θρησκείας, εἰς τὴν ὁποίαν περιέχεται ὁ ὕψιστος σεβασμὸς πρὸς τὴν ἁγιωτάτην ἐπουράνιον δύναμιν, ἔχει προκαλέσει μεγάλους κινδύνους εἰς τὰς δημοσίας ὑποθέσεις, ἐνῷ ἀντιθέτως ἡ ἀποδοχὴ καὶ φύλαξίς της ἔχει λειτουργήσει εὐεργετικῶς, τόσον πρὸς τὸ κράτος ὅσον καὶ πρὸς τὰς ἀνθρωπίνους σχέσεις» [Εὐσέβιος, P.G. 20.893 - X.7].





       Μὲ τὰς ἐπιστολάς του αὐτὰς ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἁπλὴν δημοσιοποίησιν τοῦ θρησκευτικοῦ του φρονήματος, ἀλλὰ προάγει τὸν θεσμικὸν ῥόλον τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδὴ ἀκριβῶς πιστεύει ὅτι ἡ καθολικὴ ἐπικράτησις τοῦ Χριστιανισμοῦ ἀποτελεῖ προϋπόθεσιν τόσον τῆς δημοσίας ὅσον καὶ τῆς ἰδιωτικῆς εὐημερίας.


Ἐκ τοῦ βιβλίου:
Μέγας Κωνσταντῖνος ὁ Ἰσαπόστολος
Δημητρίου Ἀποστολίδου
Ἐκδόσεις Ἱερᾶς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως καὶ Θάσου
Ἔκδοσις Β΄ ἀναθεωρημένη, Καβάλα Ἰανουάριος 2012
(Ἔκδοσις Α΄ Μάρτιος 2005)
Σελίδες 67-69


Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2017

ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ ΟΙ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ



ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ ΠΑΛΑΙΟΗΜΕΡΟΛΟΓΙΤΑΙ ΕΙΝΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΙ

   Ὅσοι, φοβούμενοι τὸν Οἰκουμενισμόν, προσχωροῦν εἰς τοὺς Παλαιοημερολογίτας, δὲν κερδαίνουν ἄλλο τι, εἰμή, φεύγοντες μίαν αἵρεσιν, προσχωροῦν εἰς μίαν ἄλλην. Βεβαίως, δὲν ἔχουσι συνείδησιν ὅτι προσχωροῦν εἰς αἵρεσιν, ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμῶς μεταβάλλει τὰ πράγματα.
Μὴ νομίσῃς ὅτι εἶμαι ἄδικος ἢ ὑπερβολικός. Θὰ ἀποδείξω ὡς ἀληθῆ τὸν ἰσχυρισμόν μου. Καὶ ἰδού.

   Τί εἶνε αἵρεσις; Ἡ νοθεία τῆς Πίστεως! Τί εἶνε ὅμως νοθεία τῆς Πίστεως; Ἡ ἀθέτησις Δογμάτων; Βεβαίως καὶ αὐτὸ εἶνε νοθεία τῆς Πίστεως, ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνον αὐτό. Νοθεία τῆς Πίστεως εἶνε καὶ ἡ ἀναγωγὴ εἰς Δόγματα Πίστεως πραγμάτων μὴ ὄντων τοιούτων. Ἂν δηλαδὴ θελήσῃ τις νὰ ἀναγάγῃ εἰς Δόγμα Πίστεως, εἰς ὅρον σωτηρίας, πρᾶγμά τι δευτερεῦον, ἔστω καὶ καλόν, τότε καθίσταται αὐτομάτως αἰ-ρε-τι-κός!

   Θέλεις παράδειγμα; Ἔχεις τοὺς περιφήμους Εὐσταθιανούς! Τί ἔπραξαν αὐτοί; Ἠθέτησαν Δόγματα Πίστεως; Ποῖον; Μήπως τὸ περὶ Ἁγίας Τριάδος; Μήπως τὸ περὶ τῶν δύο φύσεων τοῦ Κυρίου; Μήπως τὸ περὶ Ἀγγέλων; Μήπως τὸ περὶ Διαβόλου, κ.λπ., κ.λπ.; Ὄχι! Οὐδὲν Δόγμα ἠθέτησαν. Ἀλλὰ τότε τί ἔπραξαν; Ἀνήγαγον εἰς Δόγματα Πίστεως, εἰς ὅρους σωτηρίας, πράγματα δευτερεύοντα. Τὴν ἀγαμίαν καὶ τὴν ἀποχὴν κρεῶν. Ἡ Ἐκκλησία ἔλεγε: Καλὰ καὶ ἅγια καὶ θεάρεστα καὶ ἀξιοσύστατα εἶνε αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀλλὰ δὲν εἶνε ὅροι σωτηρίας, δὲν εἶνε Δόγματα Πίστεως.
Ὄχι! Ἐφρύαττον οἱ Εὐσταθιανοί! Ὁ μὴ ἀπεχόμενος γάμου καὶ κρεῶν οὐ δύναται σωθῆναι!
Τί συνέβη τότε; Ἡ Ἐκκλησία διὰ τῆς ἐν Γάγγρᾳ Συνόδου ἀπεκήρυξεν αὐτοὺς ὡς αἱρετικοὺς καὶ ἐξεφώνησε κατ᾿ αὐτῶν ὁρμαθὸν ἀναθεμάτων.

   Καλὴ καὶ ἁγία εἶνε ἡ ἑορτολογικὴ ὁμοιομορφία (ἡ ὁποία πάντως οὐδέποτε ὑπῆρξε καθολικῶς ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ), ἀλλὰ δὲν εἶνε Δόγμα Πίστεως, δὲν εἶνε ὅρος σωτηρίας.
Ὄχι! Κραυγάζουν οἱ Παλαιοημερολογῖται! Ἡ διάσπασις τῆς ἑορτολογικῆς ὁμοιομορφίας (Σημ.: Πότε ὅμως ἡ Ἐκκλησία ἐγνώρισεν ἀπόλυτον ἑορτολογικὴν ὁμοιομορφίαν;) ἐστέρησε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Χάριτος, κατέστησεν (ἄκουσον καὶ φρῖξον!) ἄκυρα τὰ Μυστήρια αὐτῆς καὶ ἑπομένως οἱ Νεοημερολογῖται εἶνε ἐκτὸς Χάριτος, ἤτοι ἐκτὸς σωτηρίας!!
   Αὐτὸς ὁ φρικαλέος ἰσχυρισμὸς συνιστᾷ φοβερὰν αἵρεσιν καὶ βλασφημίαν κατὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀνήγαγον οἱ ταλαίπωροι εἰς Δόγματα Πίστεως, εἰς ὅρους σωτηρίας, στοιχεῖα ... ἡμερολογιακὰ καὶ ἑορτολογικά!...

   Οὐδεὶς βεβαίως θεωρεῖ καλὸν πρᾶγμα τὴν ὕπαρξιν δύο ἡμερολογίων ἐν τῷ χώρῳ τῆς ἀνὰ τὴν Οἰκουμένην Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Κακῶς, κάκιστα ἐγένετο ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ἡμερολογίου. Ἀλλ᾿ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἴδωμεν τὰ ἡμερολόγια ὡς ... Δόγματα Πίστεως καὶ νὰ ἐξαρτήσωμεν ἐξ αὐτῶν τὸ κῦρος τῶν Μυστηρίων καὶ τὴν ἐπίτευξιν τῆς σωτηρίας, ἡ ἀπόστασις εἶνε ἀβυσσαλέα.

   Ἂς ἐκράτουν οἱ Παλαιοημερολογῖται τὸ παλαιὸν ἡμερολόγιον, ἀλλ᾿ ἂς διετήρουν τὴν κοινωνίαν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Οὐδεὶς τότε κίνδυνος. Αὐτοὶ ὅμως ἔφθασαν νὰ ἀποκοποῦν τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα μή ... ἀπολέσουν τὴν Χάριν καὶ τὴν σωτηρίαν!...
Δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὑπάρχουν καὶ Παλαιοημερολογῖται, μὴ δεχόμενοι αὐτὰς τὰς βλασφημίας, ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος, ἐφ᾿ ὅσον ὑπάρχουν ἄλλοι - καὶ μάλιστα ἡ ἡγεσία αὐτῶν -, ὑποστηρίζοντες αὐτὰς τὰς αἱρετικὰς θέσεις;  

Ἀρχιμανδρίτης Ἐπιφάνιος Ἰ. Θεοδωρόπουλος
Ἐν Ἀθήναις τῇ 22ᾳ Ἰουλίου 1971

("Τὰ Δύο Ἄκρα - Οἰκουμενισμὸς & Ζηλωτισμός",
Ἔκδοσις Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζῆνος,
Ἔκδοσις Γ΄ , 2008, σ. 105-107)

Τετάρτη 15 Νοεμβρίου 2017

Ἡ Νηστεία τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας


   Ὑπάρχει μία παρεξήγησις μεταξὺ τῶν Χριστιανῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς νηστείας, ὅταν συμπέσῃ ἡμέραν Σάββατον ἢ Κυριακήν καὶ νοιώθω τὴν ἀνάγκην νὰ γράψω ὁρισμένα βασικὰ πράγματα.
   Ὅταν ἡ Ἐκκλησία (Ἅγιοι Πατέρες, Ἱεροὶ Κανόνες) ἀναφέρωνται εἰς τὴν νηστείαν, ἐννοοῦν τὸν ὅρον μὲ τὴν ἀπόλυτόν του σημασίαν. Ὅπως ἑρμηνεύεται ἡ λέξις εἰς τὴν ἑλληνικήν, ἡ νηστεία παράγεται ἐκ τοῦ στερητικοῦ "νη" καὶ τοῦ ῥήματος ἐσθίω (τρώγω). Δηλαδή, δὲν ἐσθίωμεν ἀπολύτως τίποτε, οὔτε κἂν ὕδωρ.
   Ὅταν λοιπόν, ἔχωμε νηστείαν, σημαίνει ὅτι δὲν βάζουμε τίποτε εἰς τὸ στόμα μας μέχρι τὴν ἐνάτην ὥραν (τρεῖς ὥρας πρὸ τῆς δύσεως τοῦ ἡλίου) τοὐλάχιστον! Ὁτιδήποτε καταλύσωμεν πρὸ αὐτῆς τῆς ὥρας, θεωρεῖται λῦσις τῆς νηστείας (ὄχι κατ᾿ ἀνάγκην κατάλυσις! Ἄλλο λῦσις καὶ ἄλλο κατάλυσις.) Δηλαδή, ἂν φάγωμεν ἀκόμη καὶ ἀντίδωρον π.χ. κατὰ τὸ μεσημέρι ἢ ἔστω πίωμεν ὕδωρ, τότε θεωρεῖται λῦσις τῆς νηστείας, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ἡ Ἐκκλησία!


   Ἡ Ἐκκλησία, ἀπαγορεύει τὴν νηστείαν ἐν ἡμέρᾳ Σαββάτου καὶ Κυριακῆς, πλὴν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Αὐτό, δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ καταλύσωμεν ἔλαιον, ἀλλὰ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνωμε νήστεις μέχρι τὴν ἐνάτην ὥραν! Ἀκόμα καὶ ἕνα ψίχουλον ἀντιδώρου ἂν φάγωμεν ἢ μίας σταγόνος ὕδατος ἂν πίωμε πρὸ τῆς ἐνάτης, τότε εἴμεθα ἐντὸς τῶν πλαισίων ποὺ θέτει ἡ Ἐκκλησία περὶ τῆς νηστείας τοῦ Σαββάτου καὶ τῆς Κυριακῆς.
   Ὑπάρχει βεβαίως, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ πολλῶν Ἁγίων που ἐνήστευσαν 40 ἡμέρας, ποὺ σημαίνει ὅτι συμπεριλαμβάνονται καὶ μερικὰ Σαββατοκυρίακα! Ἄρα, ὅσοι ἔχουν ζῆλον Θεοῦ καὶ εὐλογίαν ἐκ τοῦ πνευματικοῦ τους, μποροῦν νὰ νηστεύσουν καὶ τὸ Σάββατον καὶ τὴν Κυριακήν!
   Συνεπῶς, ὅσοι διατείνονται ὅτι κατὰ τὸ Σάββατον ἢ τὴν Κυριακήν, ὅταν ὑπάρχῃ νηστεία, πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ γίνῃ κατάλυσις ἐλαίου, δὲν φρονοῦν καλῶς!

(Τὰ ἀνωτέρω ἐξηγοῦνται ἀναλυτικῶς ἀπὸ τὸν Ἅγιον Νικόδημον τὸν Ἁγιορείτην, εἰς τὸ "Πηδάλιον")

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Τί σημαίνει "νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες";



Τί σημαίνει "νηστεύσαντες κα μ νηστεύσαντες";

νωτέρω φράσις ενε να πόσπασμα κ το Κατηχητικο Λόγου το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου, ποος διαβάζεται πρ τς Θείας Μεταλήψεως, ες τν Θείαν Λειτουργίαν τς Κυριακς το Πάσχα. Λόγος ατς ενε μία προτροπ δι τν προσέλευσιν ες τν Θείαν Κοινωνίαν κα κακς ναγινώσκεται π μερικος ερες μετ τ πέρας τς Θείας Μεταλήψεως.

Πολλο Χριστιανοί, προσέρχονται ατν τν μέραν δι ν κοινωνήσουν τ Σμα κα τ Αμα το Κυρίου, χωρς τν παραμικρν προετοιμασίαν κα μόνον π συνήθειαν πειδ νομίζουν τι τσι πρέπει! Δι ν δικαιολογηθον μάλιστα, προβάλλουν κα ατν τν προτροπν το γίου πο λέγει ν προσέλθουν λοι ν μεταλάβουν, ετε χουν νηστεύσει ετε χι. Τί ννοε μως γιος, λέγοντας ατ τ λόγια;

Ὁ ὅρος "νηστεία" εἶνε ἑλληνικὴ λέξις καὶ ποτελεται π τ στερητικόν "νή" κα τ ῥῆμα "σθίω", δηλαδ τρώγω. Πο σημαίνει, στέρησις τροφς, δν τρώγω τίποτε. λλαι λέξεις πο περιέχουν τ στερητικόν "νή" ενε νηνεμία (= νή + νεμος, δηλαδ χωρς νεμον) κα τ νήπιον (= νή + πος, δηλαδ αὐτὸς πο δν μιλε).

ταν ναφέρεται ρος "νηστεία" π τος γίους Πατέρας, ετε ες τ συγγράμματά τους γενικῶς, ετε ες τος Κανόνας πο συνέγραψαν, ννοεται μ τν πόλυτον ννοιαν το ρου! Κα πόλυτος ννοια το ρου "νηστεία" ενε παντελς ποχ οασδήποτε βρώσεως (φαγητο) κα πόσεως (ποτο, συμπεριλαμβανομένου κα το δατος), λην τν μέραν, μέχρι τν δσιν το λίου. Μία πι χαλαρ ννοια το ρου "νηστεία", ενε ποχ τροφς κα δατος μέχρι τν νάτην ραν, δηλαδ τρες ρας πρ τς δύσεως το λίου. π κε κα πέρα ρχίζουν α συγκαταβάσεις, ναλόγως τς δυναμίας το καθενς ξ μν.

Συνεπς, μ τν προτροπν το γίου ωάννου το Χρυσοστόμου πρς τος πιστούς, ν προσέλθουν ες τν Θείαν Κοινωνίαν, ετε νήστευσαν ετε χι, ννοε κείνους πο κατάφεραν καθ᾿ λην τν διάρκειαν τς Μεγάλης Τεσσαρακοστς, ν νηστεύσουν τελείως μέχρι τν δσιν το λίου ( μέχρι τν νάτην ραν) κα κείνους πο δν μπόρεσαν ν ντέξουν μέχρι τότε, λλ πιαν δωρ φαγαν ρτον πρ τς νάτης ρας (περίπου ρα 3 4 τ πόγευμα)!

πως γίνεται εκόλως ντιληπτόν, σχεδν οδες κ τν σημερινν Χριστιανν πληρε τς προϋποθέσεις πο θέτει γιος, προκειμένου ν μεταλάβ τν χράντων Μυστηρίων! Κα πολ περισσότερον δν δικαιολογονται ο Χριστιανο πο προσέρχονται τελείως προετοίμαστοι, δηλαδ χωρς ξομολόγησιν κα χωρς νηστείαν, στω τ κατ δύναμιν.

Καλν ενε λοιπόν, ν προσερχώμεθα μετ πολλο φόβου κα τρόμου ν μεταλάβωμε τ Σμα κα τ Αμα το Κυρίου, μετ ταπεινώσεως, καί βεβαίως κατόπιν εὐλογίας ἐκ τοῦ Πνευματικοῦ μας,  γνωρίζοντας τν ναξιότητά μας κα χοντας κατ νον τι δν πράττουμε τίποτε π σα ντέλλεται γία μας κκλησία μέσ τν γίων Της, λλ Χριστς μς δέχεται ξ κρας συγκαταβάσεως!